Προειδοποίηση
  • JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 259
Log in

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΜΑΣ… ΧΡΕΟΣ ΣΤΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

Το «ΔΙΚΤΥΟ» για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη
οργάνώσε συζήτηση για το ζήτημα του χρέους και την εθνική συναίνεση.

  • είναι το χρέος μας βιώσιμο;
  • ποιες εφικτές λύσεις υπάρχουν για τη διευθέτηση του;
  • μπορούν οι πολιτικές δυνάμεις να συμφωνήσουν;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που συζητήθηκαν την Τρίτη, 8 Ιουλίου, 7 μμ στο ξενοδοχείο «ΑΜΑΛΙΑ», Αμαλίας 10, Αθήνα.

Ομιλητές:

Κωστής Χατζηδάκης – ΝΔ
Γιάννης Δραγασάκης - ΣΥΡΙΖΑ
Φίλιππος Σαχινίδης - ΠΑΣΟΚ
Γιώργος Ιωαννίδης - ΔΗΜΑΡ
Θανάσης Σκόκος - ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Πάνος Τσακλόγλου – π. Πρόεδρος Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ)

Συντόνιζε ο πρώην επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ Χριστόφορος Σαρδελής

Εισαγωγή: Άννα Διαμαντοπούλου, Πρόεδρος του «ΔΙΚΤΥΟΥ»

Παρακολουθήστε την εκδήλωση στο Blod.gr

Διαβάστε το άρθρο «Εθνική ομάδα» στους 18 - για το χρέος; της Athensvoice.gr


Σημεία παρέμβασης Άννας Διαμαντοπούλου

Το χρέος

· Το χρέος δεν είναι βιώσιμο, ξεκινάμε όμως από σημαντικά επιτεύγματα στη δημοσιονομική πολιτική, βασισμένα σε θυσίες του λαού μας.
· Το θέμα του χρέους δεν θα αντιμετωπιστεί ποτέ αν δεν υπάρξουν θεμελιώδεις αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο και στο σύστημα διοίκησης.
· Είναι όμως εξίσου σίγουρο ότι δεν θα αντιμετωπισθεί μόνο με τις ελληνικές δυνάμεις και χωρίς μία ουσιαστική και γενναία παρέμβαση των εταίρων μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
· Η διαπραγμάτευσή μας δεν είναι μια διμερής διαπραγμάτευση με τη Κα Μέρκελ ή γενικά τους ευρωπαίους τραπεζίτες.

Η διαπραγμάτευση πρέπει ουσιαστικά να γίνει με 18 κοινοβούλια που κάποια απ΄αυτά δεσμεύονται από το Σύνταγμα τους και τις αποφάσεις τους και που όλα πρέπει να αποδείξουν το εθνικό όφελος των δικών τους λαών.

Αυτό σημαίνει ότι μια «εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης», όπως έχουμε καθιερώσει να την αποκαλούμε στο Δίκτυο, θα πρέπει να μιλήσει με 18 κοινοβούλια και να εξηγήσει την ελληνική πρόταση, τις ελληνικές θέσεις πάνω σε εναλλακτικές επιλογές. Τις θέσεις πάνω στο μείγμα των συντελεστών της διευθέτησης του χρέους, δηλαδή:
· την επιμήκυνση,
· τα επιτόκια,
· την διαγραφή μέρους του χρέους-τόκων,
· και την απολύτως κρίσιμη για οριστική αντιμετώπιση της κρίσης ανάπτυξη.

Η ανάπτυξη, δηλαδή το να μπορέσει η χώρα να παράγει και να εξάγει σημαίνει ταυτόχρονα μεταρρυθμίσεις και κεφάλαια από το εξωτερικό.
· Τα κεφάλαια από το εξωτερικό (ειδικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων πέραν από τα ιδιωτικά κεφάλαια).
· Η διαχείριση του χρέους επηρεάζει άμεσα τον ρυθμό ανάπτυξης και ο ρυθμός ανάπτυξης διευκολύνει την αποπληρωμή του χρέους.

Είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο θέμα που αφορά από τη φορολογία μέχρι την προσέλκυση επενδύσεων, αφορά τους επιχειρηματίες και τους ανέργους, την υπεράσπιση των δημοσίων αγαθών και την κοινωνική συνοχή. Αν πίσω απ΄αυτή την «εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης» υπάρχει ένα ισχυρό εσωτερικό μέτωπο θα πετύχουμε πολύ περισσότερα γιατί θα υπάρχει η ασφάλεια αποτελέσματος ανεξαρτήτως των εκλογικών κύκλων, και τους διαπραγματευτές δανειστές, και τους έλληνες και ξένους επενδυτές, και για τον κάθε Έλληνα πολίτη που θα βλέπει προοπτική στο όποιο του εγχείρημα.

Αν στο εσωτερικό, επιβεβαιώσουμε την ιστορική μας πολιτική σύγκρουση παράλληλα με κάθε χρεοκοπία, θα είναι πολύ δύσκολη η υπογραφή μιας επωφελούς συμφωνίας, όταν αυτή θα έχει τον κίνδυνο να αμφισβητηθεί αμέσως μετά τις επόμενες εκλογές.

Ας θυμηθούμε ότι σε μία πρόσφατη ανάλογη περίπτωση είχε υποχρεωθεί έξωθεν η αντιπολίτευση να υπογράψει...

Η συναίνεση

· Η συναίνεση δεν είναι γενικώς και αορίστως πανάκεια!

Η δημοκρατία λειτουργεί με διαφορετικές απόψεις, με αντιθέσεις και με συνθέσεις που πρέπει να επιτυγχάνονται στο κοινοβούλιο.

Επί χρόνια το πολιτικό σύστημα αλλά και οι σχολές σκέψης στα μέσα και στα πανεπιστήμια υπηρετούν την άποψη ότι δεν μπορεί να υπάρχουν συναινέσεις στα επιμέρους μια και οι προτάσεις των κομμάτων έχουν άλλη ιδεολογική βάση και εξυπηρετούν εθνικά σχέδια συγκρότησης της χώρας. Η άποψη αυτή παραπέμπει στο ότι δεν θα συμφωνήσουμε σε τίποτα αν δεν συμφωνήσουμε σε όλα.
· Η ένταξη μας στην ΕΕ το παγκοσμιοποιημένο μοντέλο παραγωγής οικονομίας και πλέον εκπαίδευσης μας επιβάλλει την ανάγκη εθνικών στόχων με συναίνεση.
· Γνωρίζοντας ότι οι συνθέσεις και οι συναινέσεις δεν είναι το ιστορικά δυνατό μας σημείο, ας κάνουμε ένα βήμα για να συμφωνήσουμε στη δημιουργία αυτού του εσωτερικού μετώπου για την διαπραγμάτευση του χρέους.

Επειδή δε η συμφωνία είναι μία πολύ σύνθετη διαδικασία, ευθύνη δεν έχουν μόνο τα κόμματα αλλά και τα ΜΜΕ, και τα πανεπιστήμια και τα ινστιτούτα και οι διακεκριμένες προσωπικότητες της χώρας.

Ένα ΝΑΙ μεταξύ μας να είναι πολύ πιο δυνατό από διάφορα ρητορικά ΟΧΙ προς τα έξω.


Εισήγηση Κωστή Χατζηδάκη

"5 παραδοχές και 5 προτάσεις για τη διαπραγμάτευση του Δημοσίου Χρέους."

Ξεκινάω από τις παραδοχές:

1. Παραδοχή Πρώτη: Λέμε την αλήθεια, αλλά όχι όλη την αλήθεια για τη διαπραγμάτευση.

Για να μην παρεξηγηθώ: πρόκειται για πολύπλοκη διαπραγμάτευση που μάς επιβάλλει να είμαστε προσεκτικοί.
Διαπραγματευόμαστε με διεθνείς οργανισμούς και πολλές διαφορετικές χώρες.
Η αποκάλυψη όλων των επιδιώξεων της ελληνικής πλευράς, δεν ωφελεί προκειμένου να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Αυτή είναι η φύση κάθε διαπραγμάτευσης.
Ωστόσο, είναι αναγκαίο να προετοιμαστεί τόσο το κοινό στην Ελλάδα όσο και το κοινό στην πλευρά των δανειστών για το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης και για το ποιές λύσεις θα μπορούσαν να είναι θετικές και για τις δύο πλευρές-> win-win situation.

2. Παραδοχή Δεύτερη: Δεν έχουμε δονκιχοτική αντίληψη σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους.

Γνωρίζουμε φυσικά ότι η διαγραφή του συνόλου του χρέους μας θα ήταν η πρώτη προτίμηση του κάθε Έλληνα.
Γνωρίζουμε ακόμη περισσότερο ότι αυτό θα οδηγούσε σε θεαματική εκτίναξη των εκλογικών μας ποσοστών.
Γνωρίζουμε, όμως, πάνω απ' όλα ότι στη διαπραγμάτευση υπάρχουν κάποια όρια και γι' αυτό το λόγο οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές, χωρίς ανέξοδες δημαγωγικές εξάρσεις και χωρίς ουτοπικές προσεγγίσεις.

3. Παραδοχή Τρίτη: Υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για τη βελτίωση της κατάστασης, ρεαλιστικά κρίνοντας.

Δεν χρωστάμε πολλά, ως ποσοστό, στους ιδιώτες - μόνον το 1/10 του δημοσίου χρέους.
Χρωστάμε κυρίως στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό μας τοποθετεί μεν ευθέως απέναντι στα εθνικά κοινοβούλια εκείνων των χωρών, από την άλλη πλευρά όμως, δίνει στις συζητήσεις έναν μάλλον διακρατικό χαρακτήρα.
Τα Κράτη Μέλη, ειδικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν ιδιαίτερο συμφέρον όχι μόνον να μη χάσουν τα χρήματά τους, αλλά παράλληλα να καταστεί η Ελλάδα ένα παράδειγμα επιτυχίας.
Δηλαδή, να κριθεί δηλαδή, πως η χώρα μας , μεταξύ των άλλων, διαθέτει ένα πράγματι βιώσιμο δημόσιο χρέος.
Η ήδη υπάρχουσα έκθεση της Ελλάδας ως προς το δημόσιο χρέος κατά βάσιν απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς και στα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάνει το χρέος πιο "ήπιο".
Και μια αμοιβαία επωφελής ρύθμιση μεταξύ Ελλάδας και πιστωτών μπορεί να τονώσει την αξιοπιστία της πατρίδας μας και να στείλει ένα πολύ θετικό μήνυμα στις αγορές.

4. Παραδοχή Τέταρτη: Τα σενάρια για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι εύθραυστα.

Η επιβεβαίωση τους μπορεί να επηρεαστεί καθοριστικά ακόμη και από μικρής κλίμακας αρνητικές εξελίξεις.
Χαρακτηριστικά, είναι όσα δείχνει μια πρόσφατη μελέτη του Bruegel Institute το Φεβρουάριο του 2014, που παρουσιάσθηκε στο Δίκτυο για τη Μεταρρύθμιση.

Μία μονάδα μικρότερης ανάπτυξης του ΑΕΠ, μία μονάδα χαμηλότερου πρωτογενούς πλεονάσματος, 1% υψηλότερα επιτόκια και 10 δις για πρόσθετες ενδεχομένως ανάγκες στήριξης των τραπεζών, θα μπορούσαν να οδηγήσουν το δημόσιο χρέος:
• από το 122% στο 158% του ΑΕΠ το 2020,
• από το 114% στο 162% του ΑΕΠ το 2025 και
• από το 96% στο 175% του ΑΕΠ το 2030.

Επομένως, το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό.
Αν δεν είμαστε προσεκτικοί και ορθολογιστές στις επιλογές μας, η Ελλάδα μπορεί να ξανακυλήσει.
Αυτό σημαίνει πως αντιστοίχως οι εταίροι μας οφείλουν να λογαριάσουν σοβαρά το ζήτημα και να υιοθετήσουν τις πιο δραστικές λύσεις.
Παράλληλα, όμως, κι εμείς δεν πρέπει να ενδώσουμε στις σειρήνες του λαϊκισμού και να επιτρέψουμε να δημιουργηθούν συνθήκες αστάθειας στη χώρα.
Το "λεφτά υπάρχουν" κόστισε ήδη πανάκριβα.
Το "λεφτά υπάρχουν" στο τετράγωνο, θα κοστίζει ακόμη πιο ακριβά.

5. Παραδοχή Πέμπτη: Δεν χρειαζόμαστε ανάσες μόνον για το μέλλον, αλλά και για το παρόν.

Από τη διάρθρωση του χρέους είναι προφανές πως η μεγάλη πίεση για την αποπληρωμή του θα υπάρχει, για πρώτη φορά, το 2022.
Τώρα, λόγω της περιόδου χάριτος που έχει δοθεί, οι πληρωμές για τους τόκους δεν ξεπερνούν το 3,2% του ΑΕΠ ετησίως.
Το 2022, όμως, θα χρειασθεί να πληρώσουμε για τόκους 22,5 δις ευρώ περίπου.
Ένα ποσοστό, δηλαδή, που θα είναι κοντά στο 10% του ΑΕΠ, με βάση τα υπάρχοντα σενάρια.
Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να ληφθούν μέτρα από τώρα για να απαντηθούν τα υφιστάμενα ερωτήματα των αγορών και των επενδυτών- τούτο είναι σχεδόν αυταπόδεικτο.
Κατά την άποψή μου, όμως, οφείλουμε να εξετάσουμε τρόπους, για τη μείωση του βάρους που δημιουργεί στην πραγματική οικονομία και στους φορολογούμενους η απότομη δημοσιονομική προσαρμογή και ο γρήγορος ισοσκελισμός του προϋπολογισμού.
Κι αυτό πρέπει να το εξετάσουμε από τώρα.

Περνώ στα πιο δύσκολα τώρα: στις πέντε προτάσεις

1. Πρόταση Πρώτη: Λιγότερο φιλόδοξοι στόχοι στο πρωτογενές πλεόνασμα

Η μέχρι τώρα συμφωνία με την Τρόικα , οδηγεί σε πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 4,5% για τέσσερα έως πέντε χρόνια.
Αυτό αποτελεί σχεδόν πανευρωπαϊκό ρεκόρ.
Και είναι ένας από τους λόγους της υπερφορολόγησης.

Μια αναπροσαρμογή του στόχου, σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα, δηλαδή στο 3%, θα σημαίνει δύο πράγματα για την Ελλάδα:
• αφενός πως παραμένουμε σταθερά προσηλωμένοι στη δημοσιονομική προσαρμογή και την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της
• αφετέρου όμως, πως θα διαθέτουμε τη δυνατότητα για μείωση της φορολογίας με συμφωνία και των πιστωτών μας, με τη συνακόλουθη θετική επίδραση ορατή στον καθένα- και μάλιστα άμεσα: από το 2015 και εντεύθεν.

2. Πρόταση δεύτερη: Επιμήκυνση με περίοδο χάριτος

Έχουν ήδη αρκετά κοινολογηθεί οι σκέψεις για επιμήκυνση του δανεισμού με παράλληλη μείωση των επιτοκίων, όπου το δεύτερο είναι εφικτό.
Η επιμήκυνση με περίοδο χάριτος θα ήταν μια μεγάλη ανάσα για την ελληνική οικονομία και θα έδινε προστιθέμενη αξία στο κοινό εγχείρημα της χώρας μας και των πιστωτών ώστε να βρεθεί η οικονομία μας σε ασφαλές λιμάνι.

3. Πρόταση τρίτη: Σταθερό επιτόκιο για 15-20 χρόνια

Έχουν προταθεί λύσεις κατά καιρούς, για κούρεμα του χρέους του "δημοσίου τομέα" που εκ των πραγμάτων φαίνονται μη ρεαλιστικές.
Διότι τα εθνικά κοινοβούλια δεν είναι έτοιμα να τις αποδεχθούν.
Από την άλλη πλευρά, τα δάνεια του Ελληνικού δημοσίου και ειδικότερα το GLF (τα διμερή, δηλαδή, δάνεια) είναι σε σημαντικό βαθμό συνδεδεμένα με το Euribor συν ένα περιθώριο. Σήμερα τα επιτόκια είναι χαμηλά. Στο μέλλον όμως;
Ειδικοί υποστηρίζουν πως η συμφωνία για ένα σταθερό και χαμηλό επιτόκιο για 15-20 χρόνια, θα μπορούσε να είναι μία πολύ επωφελής λύση για την Ελλάδα.
Και μην ξεχνάμε: και για την Ευρώπη.
Άλλωστε η επιτυχία της Ελλάδας, θα είναι και επιτυχία της Ευρώπης.
Δεν είμαστε μόνον απέναντι ως δανειστές και οφειλέτες, είμαστε ταυτόχρονα και στην ίδια πλευρά, ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, με κοινά συμφέροντα και επιδιώξεις.

4. Πρόταση Τέταρτη: Να δούμε το δάσος και όχι μόνον το δέντρο στη σχέση χρέους - ΑΕΠ.

Όχι: το δημόσιο χρέος δεν είναι σε καμία περίπτωση μικρό.
Ούτε φυσικά αποτελεί θετικό γεγονός το ότι είναι μεγάλο ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Είναι ένα αρνητικό γεγονός και μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους.
Δεν θα αντιπαραβάλω την Ελλάδα με την Ιαπωνία, της οποίας το χρέος ως ποσοστό προς το ΑΕΠ της, είναι καταφανώς μεγαλύτερο.
Τα μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα.

Αλλά η απόλυτη προσήλωση σε ποσοστά επί του ΑΕΠ προκειμένου να διαπιστωθεί η βιωσιμότητα του χρέους, έχει αποκτήσει κάποια στοιχεία δογματισμού. Το ύψος του χρέους είναι δεδομένο. Σημασία έχει ο ρυθμός εξυπηρέτησής του.
Ναι, το χρέος μπορεί να μειωθεί - η Ελλάδα πρέπει να έχει πλεονάσματα και οφείλει να γίνει επειγόντως μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα.
Όμως, εάν πετύχουμε στο μείζον, θα πετύχουμε και στο λιγότερο μείζον που είναι η μείωση του χρέους προς το ΑΕΠ.

5. Πρόταση Πέμπτη: Μεταρρυθμίσεις - η παρέμβαση στον παρονομαστή.

Όποιαν αντίληψη κι αν έχει κάποιος για τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ, αποτελεί ένα στοιχείο που -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- θα λαμβάνεται πάντοτε υπ’ όψιν.
Πέραν, λοιπόν, των παρεμβάσεων στον αριθμητή -δηλαδή: στο χρέος- αυτό που μπορούμε μόνοι μας να επηρεάσουμε θετικά είναι ο παρονομαστής, δηλαδή η ανάπτυξη.
Για την ανάπτυξη, λοιπόν, εκείνο που χρειαζόμαστε πρωτίστως είναι διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.

Μεταρρυθμίσεις που θα καταργήσουν τις εναπομείνασες προστατευτικές αγκυλώσεις και θα ενισχύσουν τον ανταγωνισμό και την ανταγωνιστικότητα, με τελικό στόχο την προσέλκυση επενδύσεων στη χώρα.
Έχουμε πληρώσει πανάκριβα μέχρι τώρα το μεγάλο σπάταλο δημόσιο τομέα, όπως και την υπερπροστασία των λίγων.
Ο σταθερός προσανατολισμός στις ιδιωτικοποιήσεις, στον περιορισμό του δημοσίου τομέα, στην κατάργηση των γραφειοκρατικών εμποδίων και των προνομίων, μόνον θετικές συνέπειες μπορεί να έχει.
Θετικές συνέπειες όχι μόνον για την οικονομία και την απασχόληση, αλλά και για το χρέος.
Είναι χρέος μας, λοιπόν, να προχωρήσουμε σε αυτήν την κατεύθυνση.


Σημεία παρέμβασης Γιάννη Δραγασάκη

Ο Γιάννης Δραγασάκης, στην παρέμβασή του, μεταξύ άλλων, τόνισε τα εξής:

• Εκείνο που χαρακτηρίζει την παρούσα συγκυρία δεν είναι η έξοδος από την κρίση αλλά η μετάστασή της σε νέους, κρίσιμους για την κοινωνία, τομείς, όπως είναι η απασχόληση, η κοινωνική ασφάλιση, το κοινωνικό κράτος και τα δημόσια και κοινωνικά αγαθά γενικότερα. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο ύστερος θατσερισμός, απουσία άλλων επιχειρημάτων, χρησιμοποιεί ως βασικό εργαλείο επιβολής τον «γυμνό» αυταρχισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ημερών είναι η κυβερνητική στάση απέναντι στους εργαζόμενους της Δ.Ε.Η.

• Οι εξελίξεις έχουν δικαιώσει πλήρως τις αναλύσεις και τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ως προς την αναγκαιότητα απομείωσης του χρέους ως συστατικό της εφαρμογής μιας εναλλακτικής πολιτικής ανάπτυξης με δικαιοσύνη. Σήμερα, το δίλημμα δεν είναι πλέον διαπραγμάτευση ή μη διαπραγμάτευση του χρέους, αλλά το αν αυτή θα οδηγήσει στην οριστική εξάλειψη του προβλήματος ή στην αναπαραγωγή του,

• Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει μια πολιτική διαπραγμάτευσης και διακανονισμού του χρέους, τέτοια ώστε να επιτρέπει την εφαρμογή μιας νέας πολιτικής ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού της χώρας και όχι τη νομιμοποίηση και τη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών, όπως κάνει η παρούσα κυβέρνηση.

• Η διαπραγμάτευση για το χρέος απαιτεί μια κυβέρνηση με νωπή εντολή, ευρεία κοινωνική και πολιτική στήριξη και σαφή δέσμευση για την εφαρμογή μιας πολιτικής που θα αντιμετωπίζει τις συνέπειες των μνημονίων και θα ανοίγει έναν νέο δρόμο για τη χώρα. Αυτές είναι οι συνθήκες που θα καταστήσουν το διαπραγματευτικό κεφάλαιο της χώρας ισχυρό και θα επιτρέψουν την επίτευξη μιας επωφελούς για την κοινωνία μας συμφωνίας.


Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη

H συζήτηση για το χρέος, είναι μια από τις πιο κρίσιμες για τη χώρα και τους πολίτες της, καθώς αναζητούμε την οριστική έξοδο από την κρίση και την επιστροφή σε μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος πρέπει να ξεκινά από ορισμένες διαπιστώσεις για να μπορούμε να καταλήξουμε σε προτάσεις πολιτικής που θα εξασφαλίζουν την μεγαλύτερη δυνατή εθνική συναίνεση.

1) Σήμερα ο λόγος Χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη είναι ψηλότερος από τον αντίστοιχο του 2009 και πλησιάζει το 95% του ΑΕΠ. Το παράδοξο είναι ότι το χρέος χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης θεωρείται βιώσιμο αν και μεγαλύτερο σε σχέση με την περίοδο που ξέσπασε η κρίση.

2) Δεν υπάρχει ασφαλής κανόνας για το πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο.

3) Το μεγαλύτερο όφελος από το PSI αλλά και από την επαναγορά χρέους είναι, ότι διασφάλισε την αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το κόστος εξυπηρέτησης και το ρίσκο αναχρηματοδότησής του.

Το PSI άλλαξε δυο σημαντικές παραμέτρους του χρέους, που λαμβάνουν υπόψη τους οι αγορές κατά την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.

Η πρώτη παράμετρος, αφορά το κόστος εξυπηρέτησης που πλέον ταμειακά είναι στα 6 δις ή 3,3% του ΑΕΠ για την περίοδο 2013-2018.

Η δεύτερη παράμετρος, είναι η αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το ρίσκο αναχρηματοδότησής του για την επόμενη πεντηκονταετία, με εξαίρεση την περίοδο 2021-2022 όπου και εμφανίζεται ένα υψηλό επίπεδο Ελληνικών λήξεων.

Τέλος, εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός, ότι το δημόσιο χρέος διακατέχεται στο μεγαλύτερο μέρος του κυρίως από θεσμικούς πιστωτές, ενώ το διαπραγματεύσιμο τμήμα είναι πάρα πολύ μικρό, μόλις 35 δισ.

4) Το υψηλό χρέος επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη.

Προτάσεις για την απομείωση του Ελληνικού χρέους

1) Η προοπτική μιας απομείωσης του ονομαστικού χρέους με πρωτοβουλία των δανειστών, θα διευκόλυνε πάρα πολύ την προσπάθεια της Ελλάδας να βγει από την κρίση και είναι θεμιτή.

Εμφανίζει όμως δυσκολίες, με δεδομένη την αντίδραση που θα καταγραφεί στα Εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών, να πάρουν μια απόφαση που θα διαγράφει το ελληνικό χρέος και θα αυξάνει το δικό τους χρέος.

2) Μια δεύτερη απομείωση του χρέους, μετά αυτή του PSI, θα είχε οριακό όφελος αφού αυτό θα αφορά μόνο το κομμάτι του διμερούς χρέους που ανέρχεται στα 52,9 δις και στο κομμάτι που είναι στα χέρια ιδιωτών και είναι συνολικού ύψους 35 δις.

Η διαγραφή αυτή, θα αύξανε το ρίσκο στα επιτόκια της μελλοντικής χρηματοδότησης έναντι οριακού οφέλους σε ετήσια βάση ως προς τους τόκους.

Τα ίδια προβλήματα για τη μελλοντική εξυπηρέτηση του χρέους, χωρίς σημαντικό όφελος, θα προκύψουν ακόμη και αν τεθεί ως στόχος διαγραφή μέρους του χρέους που διακρατεί το EFSF.

Πρωτοβουλίες για την απομείωση χρέους στην Ευρώπη.

Στην Ευρώπη, μετά το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης, διατυπώθηκαν πολλές προτάσεις για την απομείωση του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης.

1) Η πρώτη πρόταση, είναι η απομείωση του χρέους μέσω της αμοιβαιοποίησης, που όμως είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί, εξαιτίας των αντιδράσεων που σημειώνονται, κυρίως από τη Γερμανία, περί ηθικού κινδύνου.

2) Μια δεύτερη πρόταση που έχει διατυπωθεί, είναι να περάσει μέρος του χρέους που συσσώρευσαν οι χώρες για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος στο ESM και να μειωθεί το χρέος, είτε ισόποσα είτε κατά ένα μέρος μικρότερο της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας των τραπεζικών μετοχών που θα περάσουν στο ESM.

Πέρα από τις πολιτικές δυσκολίες, που εμφανίζει και αυτή η πρόταση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το όφελος για το χρέος στην περίπτωση της Ελλάδος δεν μπορεί να υπερβεί τα 25 δις ή 14% του ΑΕΠ.

3) Πρόταση PADRE 2.0 των Paris και Wyplosz.

Μια πιο ενδιαφέρουσα και πολιτικά αποδεκτή πρόταση, που οδηγεί σε ονομαστική απομείωση του χρέους, είναι αυτή που έχουν διατυπώσει οι Paris και Wyplosz (PADRE 2.0 : Politically Acceptable Debt Restructuring in the Eurozone).

Οι συντάκτες της προτείνουν τη δημιουργία ενός οχήματος ειδικού σκοπού στο οποίο οι χώρες θα εκχωρήσουν τα μελλοντικά έσοδα από την έκδοση χρήματος από την ΕΚΤ.

Αυτό με τη σειρά του θα αγοράζει, με κεφάλαια που θα δανείζεται, χρέος που έχουν εκδώσει οι χώρες μέλη της Ευρωζώνης και θα το ανταλλάσουν με ομολογίες μηδενικού επιτοκίου που θα εκδίδουν οι χώρες αυτές.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το χρέος της Ελλάδας μπορεί να μειωθεί μετά από την εφαρμογή αυτής της πρότασης μεταξύ 105%-110% του ΑΕΠ.

Προτάσεις για την ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους

Με βάση τα προαναφερθέντα, σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα που υπάρχει στα Κοινοβούλια των άλλων χωρών να λάβουν αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους, η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει:

Α) Την περαιτέρω επιμήκυνση του χρέους, με γνώμονα όχι τη μείωση του σε όρους παρούσας αξίας, αλλά για να μειωθεί ή να μηδενιστεί το ρίσκο αναχρηματοδότησής του.

Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των διμερών δανείων και εκείνων από τον EFSF στα 70 χρόνια.

Β) Να κλειδώσει τα επιτόκια στα παρόντα χαμηλά επίπεδα.

Σε ό,τι αφορά τα επιτόκια δανεισμού, περιθώρια παρεμβάσεων υπάρχουν μόνο σε εκείνα των διμερών δανείων καθώς το EFSF δανείζει την Ελλάδα σχεδόν με το επιτόκιο που δανείζεται ο ίδιος ο Μηχανισμός.

Γι’ αυτό πρέπει να ζητήσουμε τη μετατροπή του χαμηλού κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό, για τα επόμενα 15 χρόνια.

Με αυτήν την κίνηση διασφαλίζονται οι χαμηλές μελλοντικές δαπάνες για τόκους.

Πέρα από την προαναφερθείσα στόχευση για την ελάφρυνση του χρέους, η Ελληνική Διαπραγματευτική Ομάδα πρέπει να επεξεργαστεί περαιτέρω και να αξιολογήσει τα πλεονεκτήματα της πρότασης Paris – Wyplosz που οδηγεί σε απομείωση του χρέους των χωρών και να συνεργαστεί με άλλες χώρες για την ολοκλήρωση της και την αποδοχή της από όλες τις χώρες.

Αναπτυξιακά προγράμματα έναντι διεκδίκησης απομείωσης του χρέους.

Ο πλέον καθοριστικός τρόπος για την μείωση του χρέους είναι μέσω της επιτάχυνσης της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Γι’ αυτό είναι αναγκαίες οι διαρθρωτικές αλλαγές που αλλάζουν το παραγωγικό πρότυπο και αυξάνουν την παραγωγικότητα και το δυνητικό προϊόν της χώρας.

Η ανάπτυξη οδηγεί ταχύτερα σε απομείωση του χρέους σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Αντί, λοιπόν, η χώρα να θέτει ως διεκδικητικό πλαίσιο την ονομαστική μείωση του χρέους, κάτι το οποίο φαντάζει δύσκολο να ικανοποιηθεί από άλλα Κοινοβούλια, πρέπει να διεκδικήσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα στήριξης από τις χώρες της Ευρώπης, ένα σχέδιο Μάρσαλ, που θα της επιτρέψει να επιστρέψει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Συμπληρωματικά, ένας άλλος μοχλός ελέγχου του υψηλού χρέους, θα μπορούσε να είναι η άσκηση διακριτικής και ενεργητικής νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, προκειμένου να αποφύγουμε τον αποπληθωρισμό και να περάσουμε στη φάση του ελεγχόμενου και χαμηλού πληθωρισμού.

Τέλος, η πολιτική ελέγχου της δυναμικής του χρέους πρέπει να αποσυνδεθεί από την άποψη των θεσμικών πιστωτών, ότι πρέπει να στηριχτεί κυρίως στην δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 4,5% του ΑΕΠ.

Πέρα από την αντικειμενική δυσκολία να παράξεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα τόσο ψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ανεξάρτητα από την πορεία της οικονομίας, σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα έχει κάνει τη μεγαλύτερη προσαρμογή στο διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο.

Επομένως, η Ελλάδα, πρέπει να δεσμευτεί ότι θα συνεχίσει τις διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημοσιονομική προσαρμογή με πιο μικρά πρωτογενή πλεονάσματα, ώστε να μπορέσει η οικονομία να αναπτυχθεί και η υπόλοιπη δημοσιονομική προσαρμογή να γίνει μέσω της ανάπτυξης.


Σημεία παρέμβασης Γιώργου Ιωαννίδη

Βασικά σημεία παρέμβασης Γιώργου Ιωαννίδη (οικονομολόγος, συντονιστής του Τομέα Οικονομικής Πολιτικής της ΔΗΜΑΡ).
(α) Το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο και απαιτείται αναδιάρθρωση. Το ερώτημα αφορά το χαρακτήρα της αναδιάρθρωσης, τα μέτρα που θα τη συνοδέψουν και τους στόχους τους οποίους έχει η κυβέρνηση.
(β) Ανεξαρτήτως της κυβέρνησης η καλύτερη δυνατή συμφωνία με τους δανειστές είναι προς το συμφέρον όλων. Η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους αποτελεί υπόθεση εθνικού χαρακτήρα και η ΔΗΜΑΡ δηλώνει την πρόθεσή της να στηρίξει τη δύσκολη αυτή προσπάθεια.
(γ) Μολονότι η ουσιαστική αντιμετώπιση του χρέους απαιτεί ονομαστική μείωση (κούρεμα), οι διεθνείς συσχετισμοί δεν το επιτρέπουν. Συνεπώς, η επερχόμενη αναδιάρθρωση δεν θα δώσει οριστική λύση στο ζήτημα του χρέους το οποίο θα μας απασχολήσει ξανά στο μέλλον.

Συνεπώς, ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης πρέπει να είναι η διασφάλιση των στοιχείων που θα βελτιώσουν τη διαπραγματευτική της θέση στο μέλλον. Σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν όπου το κύριο πρόβλημα ήταν η αποφυγή της χρεοκοπίας, οι κύριες προκλήσεις της οικονομικής πολιτικής αφορούν την ενεργοποίηση της μεγέθυνσης σε μια οικονομία που βρίσκεται στον 6ο χρόνο ύφεσης και την αποτροπή εδραιοποίησης των κοινωνικών ανισοτήτων που δημιουργήθηκαν από την κρίση και από την πολιτική αντιμετώπισής της. Αυτά είναι τα στοιχεία που θα καθορίσουν και την διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης στο μέλλον. Εάν η οικονομία αναπτύσσεται δυναμικά τότε βελτιώνονται οι διαπραγματευτικές δυνατότητες της χώρας Βάσει των παραπάνω,
- στην παρούσα είναι πιο σημαντικό η ελαχιστοποίηση των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους κατά τα επόμενα κρίσιμα 5 έτη προκειμένου να προσανατολιστούν πόροι στην ανάπτυξη και στην κοινωνική πολιτική, παρά η απόλυτη μείωση του χρέους.
- η κοινωνία πρέπει να βιώσει άμεσα τα οφέλη από την αναδιάρθρωση του χρέους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΔΗΜΑΡ ζητά την θεσμοθέτηση της «ρήτρας απασχόλησης», δηλαδή της νομοθετικής δέσμευσης ότι τμήμα των πόρων που θα προκύψουν από την αναδιάρθρωση του χρέους να προσανατολιστεί σε προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης και καταπολέμησης της ανεργίας.
- απαιτείται η στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης στις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την εφαρμογή του Ενισχυμένου Συμφώνου Σταθερότητας.
- υπάρχει ανάγκη να ενεργοποιηθεί μια διαδικασία διαλόγου αναφορικά με την ανάπτυξη κοινών εργαλείων για την διαχείριση του δημόσιου χρέους σε κοινοτικό επίπεδο (ευρω-ομόλογο, αμοιβαιοποίηση του χρέους, λειτουργία της ΕΚΤ ως δανειστή ύστατης στιγμής, παρέμβαση της ΕΚΤ στην πρωτογενή αγορά ομολόγων κλπ). Σε αυτή την κατεύθυνση ζητά από την κυβέρνηση να στηρίξει στις σχετικές προτάσεις.


Παρέμβαση του Θανάση Σκόκου

«Βιώσιμο» χρέος;

Είναι δόκιμο να χαρακτηρίζουμε ένα χρέος βιώσιμο;

Βιώσιμες μπορούν να χαρακτηρίζονται οικονομίες ή και εταιρείες όμως όλοι μας θα θέλαμε να δούμε τα χρέη μας να πεθαίνουν και όχι να επιβιώνουν. Ακόμη και το «διατηρήσιμο» (sustainable) εν μέρει αποδίδει την ουσία. Δεν επιδιώκω να σας ζαλίσω με ετυμολογικές εμμονές. Προσπαθώ να βάλω τα πράγματα από την αρχή σε μια ορθότερη ή πιο ορθολογική, κατά τη γνώμη μου φυσικά, βάση. Αυτό που ενδιαφέρει τους πιστωτές , τους επενδυτές είναι κυρίως αν κάποιο χρέος μπορεί να εξυπηρετείται σε ένα ορατό μέλλον. Αν δηλαδή είναι εξυπηρετήσιμο ή αν προτιμάτε διαχειρίσιμο.

Έχοντας κάνει αυτέ ςτις διευκρινίσεις η απάντηση στο αν, με τα σημερινά δεδομένα, το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι διαχειρίσιμο είναι προφανής: δεν είναι και λόγω του ύψους του και λόγω της κατάστασης της οικονομίας μας.

Τι σημαίνει διαχειρίσιμο κρατικό χρέος;

Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν υπάρχει ένας μοναδικός οικονομικός τύπος που να το προσδιορίζει. Ο λόγος είναι ότι τα κράτη, τα κρατικά χρέη και οι οικονομίες δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Για παράδειγμα ο περίφημος δείκτης Χρέος/ΑΕΠ δίνει μια πολύ σχετική εικόνα κάτω από την οποία μπορούν να κρύβονται πολύ διαφορετικά πράγματα. Το παράδειγμα της Ιαπωνίας είναι πολύ χαρακτηριστικό.

Έτσι δύσκολα μπορεί να απαντήσει κανείς στο ερώτημα γιατί το ελληνικό χρέος θα είναι διαχειρίσιμο αν είναι 124% του ΑΕΠ το 2020 και 110% το 2022 και όχι 115 ή 130 ή...Είναι μια σχετικά αυθαίρετη σύμβαση ή έστω μια γενική κατεύθυνση που μπορεί να υιοθετήθηκε και για άλλους λόγους που δεν έχουν να κάνουν μόνο με τη χώρα μας.

Τα καλά και εύκολα διαχειρίσιμα χρέη είναι εκείνα που τα χρηματοδοτούν πρόθυμα και χαμηλότοκα οι αγορές.

Υπάρχει και ένας γενικώς αποδεκτός, από οικονομικούς αναλυτές, ορισμός που εκφράζεται από την ανισότητα Τ< Α. Όπου Τ οι ετήσιοι τόκοι εξυπηρέτησης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και Α η ετήσια ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ. Η ετήσια δηλαδή εξυπηρέτηση του χρέους να είναι μικρότερη από την οικονομική μεγέθυνση. Όπως και να το εξετάσει κάποιος το κρίσιμο ζήτημα είναι, αν η οικονομία αναπτύσσεται, αν η χώρα παράγει. Πλέον ,βεβαίως, τη μικρή βοήθεια που μπορεί να σου δώσει ένα χαμηλός πληθωρισμός.

Πρώτα το σχέδιο για βιώσιμη οικονομία και χώρα

Στο Ποτάμι πιστεύουμε ότι η κουβέντα θα πρέπει να ξεκινάει αλλιώς. Από το ώς δηλαδή θα καταστεί βιώσιμη η χώρα μας και η οικονομία της. Τι θα πρέπει να κάνουμε ώστε παράγουμε ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Σε αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να δούμε τα εμπόδια, μεγάλα ομολογουμένως, που δημιουργεί το δημόσιο χρέος. Αυτή θα έπρεπε να ήταν η κύρια κουβέντα από το 2009, αν όχι πολύ ενωρίτερα.

Η κρίση χρέους το 2010 ξεκίνησε με αφορμή τη δημοσιοποίηση του τερατώδους ελλείμματος που κρύβαμε με διακομματική συναίνεση. Το ύψος του χρέους ήταν και τότε μεγάλο, αλλά από μόνο του δεν τρόμαζε τους δανειστές. Τότε όμως κατάλαβαν οριστικά ότι επρόκειτο για μια οικονομία που σπαταλούσε χωρίς να παράγει και το κυριότερο: δεν έδειχνε καμιά διάθεση να αλλάξει. Αν δεν αναλογιστούμε τι συνέβη και φτάσαμε ως εδώ δεν θα συνεννοηθούμε για το τι θα πρέπει να γίνει για το μέλλον.

Στα έξη χρόνια της οικονομικής κρίσης και στα πάνω από τέσσερα της χρεοκοπίας το πολιτικό σύστημα στάθηκε ανίκανο να αντιδράσει σωστά με αποτέλεσμα την πρωτοφανή, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, ύφεση κατά το ¼ του ΑΕΠ , παραγωγική αποδιοργάνωση και τερατώδη ανεργία. Όλα αυτά τα χρόνια αυτοί που κυβέρνησαν και κυβερνούν βολεύτηκαν με την αναγκαστική διαχείριση της πτώχευσης μέσω της Τρόικας χωρίς ποτέ να καταφέρουν να αντιτάξουν το δικό τους πρόγραμμα ,τη δικιά τους «ορθή συνταγή» στη «λάθος συνταγή»,όπως συχνά ισχυρίστηκαν, των δανειστών. Αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν τις περισσότερες φορές την όποια αναγκαία μεταρρύθμιση όπως τα παιδάκια το μουρουνέλαιο. Από την άλλη η αντιπολίτευση αλίευσε και αλιεύει ισχύ μέσα από τον λαϊκισμό και την υπόσχεση για μια γρήγορη επιστροφή στον χαμένο παράδεισο. Δεν υπάρχουν χαμένοι παράδεισοι στο παρελθόν. Οι δρόμοι προς το παρελθόν είτε κατέρρευσαν, είτε οδηγούν σε γκρεμούς.

Στο Ποτάμι πιστεύουμε ότι η χώρα μπορεί να έχει ένα ελπιδοφόρο μέλλον μέσα από τις μεγάλες αλλαγές που έχουν καθυστερήσει. Χρειάζεται ένα τολμηρό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στην οικονομία , τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη ,την εκπαίδευση, το πολιτικό σύστημα. Ένα πρόγραμμα λύσεων που θα στηρίζεται από μια ευρύτατη πολιτική και κοινωνική συμμαχία. Αυτό ετοιμάζουμε από την πρώτη εμφάνιση μας στον πολιτικό στίβο, γι’ αυτό άλλωστε κατεβήκαμε στην πολιτική. Η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος θα οδηγήσει στην ποιοτική παραγωγή, στην αύξηση των εξαγωγών, στην προσέλκυση μεγάλων άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό, στην εσωτερική επιχειρηματική άνθηση, στη μείωση της ανεργίας και της φτώχειας. Αυτά θα φέρουν μια πραγματική και διατηρήσιμη μεγέθυνση της οικονομίας μας που είναι και ο πρωταρχικός παράγοντας για να καταστεί το χρέος μας διαχειρίσιμο. Ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να καταργήσει την αναγκαστική διαχείριση της χώρας από τρίτους. Αυτό θα μας καταστήσει ισχυρούς και αξιόπιστους στους εταίρους μας, τόσο στη διαπραγμάτευση για το χρέος, όσο και για τις αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ.

Πολιτική αξιοπιστία-θεσμική σταθερότητα

Ελάχιστοι σοβαροί επενδυτές επιλέγουν το ρίσκο μιας χώρας με πολιτική αστάθεια, θεσμική χαλαρότητα και ασυνέχεια στη διοίκηση. Το ίδιο ισχύει και για τον κρατικό δανεισμό και την επιμέτρηση του κινδύνου του ο οποίος επηρεάζει άμεσα και το κόστος του. Η διαχρονική πολιτική του «όταν έρθουμε στην κυβέρνηση θα τα καταργήσουμε» μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη, αλλά ζημιώνει τη χώρα. Εκτός αυτού, σε τελική ανάλυση, μάλλον υπονομεύουν και τη θέση αυτού που πρόκειται να διαδεχτεί μια κατάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να αμφισβητείς ή και να αλλάξεις σαν κυβέρνηση προηγούμενες επιλογές. Σημαίνει ότι από την πολιτική βεντέτα θα πρέπει να περάσουμε στην ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση θέσεων και όταν αυτό είναι χρήσιμο για τη χώρα , στην πολιτική συνεννόηση.

Τι ζητάμε για το δημόσιο χρέος

Τα 240 από τα 320 δις ευρώ του χρέους μας τα οφείλουμε στους εταίρους μας στην Ευρωζώνη και διακρατικούς οργανισμούς. Είναι αυτονόητο ότι πρόκειται για ένα πλεονέκτημα σε ό,τι αφορά τη διαχείρισή του. Στο Ποτάμι πιστεύουμε ότι στην παρούσα φάση θα ήταν αντιπαραγωγική, ατελέσφορη και μη ρεαλιστική μια διεκδίκηση της ονομαστικής μείωσης μεγάλου μέρους του χρέους.

Αντιθέτως πιστεύουμε ότι τώρα είναι δυνατόν να μειωθεί εμμέσως το χρέος μας, μέσω της δραστικής μείωσης των επιτοκίων και της μεγάλης επιμήκυνσης των ωριμάνσεων των δανείων. Ίσως σημαντικότερο και από τη μείωση των επιτοκίων θα ήταν η μετατροπή τους σε σταθερά έστω και στο σημερινό τους ύψος. Στη συζήτηση μπορούν να μπούν και τα 30 δις της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και η ανάληψή τους από τον ESM.

Σε κάθε περίπτωση ο νέος διακανονισμός με στόχο την ελάφρυνση και διαχειρησιμότητα του χρέους είναι «το μάθημα των εταίρων μας» και θα πρέπει να το κάνουν. Το δικό μας μάθημα , το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, ο αναπτυξιακός προσανατολισμός , οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και τα πλεονάσματα (όχι βέβαια στο μη ρεαλιστικό ύψος που προβλέπει το πρόγραμμα), έχει και αυτό ένα σημαντικό κομμάτι που αφορά στους εταίρους, όπως για παράδειγμα εκείνο των ενισχυμένων ευρωπαϊκών ροών για επενδύσεις.

Το Ποτάμι θα δημοσιοποιήσει στους επόμενους μήνες μια εμπεριστατωμένη μελέτη για το χρέος, την προέλευσή του και προτάσεις για τη διαχειρισιμότητά του.

Οι όποιες διευθετήσεις γίνουν σήμερα για το χρέος δεν σημαίνει ότι κλείνουν οριστικά το θέμα. Αν η χώρα θεμελιώσει μια αναπτυξιακή και μεταρρυθμιστική πορεία θα είναι σε θέση να επιδιώξει στο μέλλον μια πιο ευνοϊκή και ίσως οριστική συμφωνία.

Στην όλη αυτή πορεία θα γίνεται όλο και πιο εύκολη η πρόσβαση της χώρας στον έστω περιορισμένο ελεύθερο δανεισμό με καλύτερους όρους ενώ το κλίμα εμπιστοσύνης θα διευκολύνει την επιστροφή καταθέσεων στις τράπεζες, τον δανεισμό των επιχειρήσεων και τις άμεσες επενδύσεις.

Μια πανευρωπαϊκή συνδιάσκεψη για το χρέος;

Δεν θα θέλαμε να το αποκλείσουμε αρκεί να έχουμε στο νου ότι συνδιασκέψεις προκαλούμε όταν:

α) γνωρίζουμε τι επιδιώκουμε με ακρίβεια.

β)γνωρίζουμε λίγο- πολύ το αποτέλεσμα.

γ) προσδοκούμε βάσιμα να είναι ευνοϊκό για εμάς ή τουλάχιστον ότι δεν μας βλάπτει.

Έχουν οι «χώρες του χρέους» κοινές απόψεις και επιδιώξεις; Έχουμε έστω συζητήσει και καταλήξει μεταξύ μας; Θα δεχτούν οι «ενάρετες χώρες» κάτι τέτοιο;

Χρειάζεται να διανυθεί κάποιος σημαντικός δρόμος εκτός αν εξαιρετικά γεγονότα, όπως πχ μια κρίση χρέους της Ιταλίας, επισπεύσουν κάτι τέτοιο, κάτι που μάλλον πρέπει να απευχόμαστε.


Ομιλία Πάνου Τσακλόγλου

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση και ειδικά την κα Διαμαντοπούλου. Ως πρώην, πλέον, Πρόεδρος του ΣΟΕ, θα ήθελα ότι πω σήμερα να μην αποδοθεί σε κανένα άλλο πέρα από εμένα τον ίδιο.

Ας ξεκινήσουμε από τα δεδομένα. Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι περίπου 175% του ΑΕΠ και είναι, με διαφορά, το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόσφατα σταθεροποιήθηκε λόγω των πρωτογενών πλεονασμάτων που πετύχαμε το 2013 και αναμένεται να αρχίσει η σταδιακή αποκλιμάκωσή του από το 2014.

Θα πάω απ' ευθείας στην πρώτη ερώτηση την οποία μας έθεσε το Δίκτυο: «Είναι το χρέος βιώσιμο;». Τι είναι η έννοια της βιωσιμότητας; Παλαιότερα ήταν πολύ διαδεδομένη η άποψη που συχνά αποδίδεται στους Carmen Reinhart και Kenneth Rogoff οι οποίοι στο γνωστό βιβλίο τους «This Time is Different: Eight Centuries of Financial Folly» ισχυριζόντουσαν ότι συνήθως το χρέος μιας χώρας δεν είναι βιώσιμο όταν ξεπερνάει το 90% του ΑΕΠ. Αργότερα και οι ίδιοι δέχτηκαν ότι οι υπολογισμοί που είχαν κάνει δεν ήταν ορθοί και έτσι σήμερα σχεδόν κανένας δεν χρησιμοποιεί αυτό τον ορισμό.

Συχνά στον πολιτικό διάλογο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται αναφορά σε ένα νούμερο, αυτό το περίφημο 120% του ΑΕΠ. Από που προκύπτει αυτό το ποσοστό; Από κανένα συγκεκριμένο υπόδειγμα. Απλώς ήταν ο λόγος Χρέους/ΑΕΠ της Ιταλίας, η οποία ήταν η δεύτερη χώρα μετά την Ελλάδα στην Ευρωζώνη με τον υψηλότερο λόγο Χρέους/ΑΕΠ στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας. Αν δεχτούμε αυτό το συλλογισμό, τότε σίγουρα το Ιταλικό χρέος σήμερα δεν είναι βιώσιμο εφόσον πλησιάζει το 135% του ΑΕΠ.

Με αυτό τον ορισμό το χρέος της Αργεντινής όταν κατέρρευσε που ήταν 60% του ΑΕΠ θα έπρεπε να ήταν βιώσιμο. Αντίθετα, το χρέος της Ιαπωνίας που ξεπερνάει το 200% του ΑΕΠ θα έπρεπε θεωρείται μη βιώσιμο. Παρ' όλα αυτά η Ιαπωνία εξασφαλίζει χαμηλότοκη πρόσβαση στις αγορές.

Άρα κάπως αλλοιώς θα πρέπει να ορισθεί η έννοια της βιωσιμότητας και όχι ως ποσοστό Χρέους/ΑΕΠ, παρότι αυτό το ποσοστό είναι μία πολύ σημαντική παράμετρος της βιωσιμότητας.

Κατά την άποψή μου το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους είναι νομικό και όχι οικονομικό και έχει να κάνει αποκλειστικά με τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους. Υπάρχει ένα αντίστοιχο παράδειγμα το οποίο συχνά δίνω στους φοιτητές μου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών όταν συζητάμε αντίστοιχα ζητήματα.

Ας υποθέσουμε ότι δύο άτομα με παρόμοια εισοδήματα και περιουσία αποφασίζουν να αγοράσουν από ένα σπίτι ο καθένας. Πηγαίνουν στην τράπεζα η οποία δίνει δάνειο 100.000 € στον καθένα, αλλά στον πρώτο για πέντε χρόνια με επιτόκιο 10% και στον δεύτερο για πενήντα χρόνια με επιτόκιο 0,5%. Είναι τα δύο άτομα στην ίδια θέση ως προς την ευκολία εξυπηρέτησης του δανείου τους, παρότι η αναλογία του χρέους ως προς το εισόδημά τους είναι ακριβώς η ίδια; Έχουν την ίδια δυνατότητα να ξαναπάνε στις αγορές για νέο δανεισμό;

Ας υποθέσουμε ότι διαπίστωσαν και οι δύο ότι είχαν κάνει ένα λάθος γιατί θέλουν ακόμα 20.000 € για να αγοράσουν επίπλωση για το σπίτι τους. Σε ποιον από τους δύο είναι πιο πιθανό να δώσει νέο δάνειο η τράπεζα; Προφανώς στο δεύτερο, ακριβώς επειδή έχει μεγαλύτερη ευκολία στην εξυπηρέτηση των υφισταμένων δανείων του.

Επομένως, σίγουρα αυτός ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ δεν είναι ο πλέον κατάλληλος δείκτης βιωσιμότητας.

Ας επιστρέψουμε στα δεδομένα και να δούμε κάποιες ιδιαιτερότητες του ελληνικού χρέους που δεν τις συναντάμε σε καμία άλλη χώρα στον κόσμο:

Πρώτον, το ελληνικό χρέος είναι εξαιρετικά μακροχρόνιο. Η μέση διάρκεια αποπληρωμής των δανείων μας είναι 17 χρόνια. Η δεύτερη μακρύτερη μέση διάρκεια αποπληρωμής στην Ευρωπαϊκή Ένωση απαντάται στη Μεγάλη Βρετανία και είναι γύρω στα 12 χρόνια. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν μέσο χρόνο ωρίμανσης του δημοσίου χρέους κάτω από δέκα χρόνια και αν πάμε και σε ολόκληρο τον κόσμο δηλαδή, συμπεριλαμβάνοντας και αναπτυσσόμενες χώρες, τότε μιλάμε για πολύ μικρότερες περιόδους.

Δεύτερον, παρ' ότι έχουμε αυτό το υψηλό επίπεδο χρέους, έχουμε πάρα πολύ χαμηλό κόστος δανεισμού. Αυτή τη στιγμή το μέσο κόστος δανεισμού για το ελληνικό χρέος είναι στο 2%. Προσοχή, όμως. Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας έχει κυμαινόμενα επιτόκια. Όταν αρχίσουν να ανεβαίνουν πάλι τα επιτόκια διεθνώς, αυτό το κόστος θα αρχίσει να ανεβαίνει.

Τρίτον, πάνω από το 80% του ελληνικού χρέους βρίσκεται στα χέρια του δημοσίου τομέα. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι αν βρεθούμε σε κάποια κατάσταση δυσκολίας είναι πολύ πιο εύκολο το γίνει κάποια μορφή αναδιάρθρωσης του χρέους, από ό,τι ήταν αν το χρέος αυτό το κατείχαν ιδιώτες.

Τέταρτον, ένα σημείο το οποίο συχνά παραβλέπεται, είναι ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει σχετικά μεγάλη περίοδο χάριτος και, επομένως, το κόστος εξυπηρέτησής του είναι μάλλον χαμηλό για το μεσοπρόθεσμο διάστημα. Μέχρι το 2021 το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι γύρω στο 3% του ΑΕΠ. Χώρες οι οποίες έχουν χρέος προς ΑΕΠ πολύ μικρότερο από εμάς αλλά βρίσκονται σε κατάσταση περίπου σαν τη δική μας, όπως αρκετές χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, έχουν μέσο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, γύρω στο 4,5% του ΑΕΠ.

Παρενθετικά, θα ήθελα να πω ότι αυτά ήταν τα κύρια αποτελέσματα του PSI. Κατά τη γνώμη μου, το κύριο αποτέλεσμα του PSI δεν ήταν η περικοπή του χρέους κατά 53 δις ευρώ, αλλά ότι αντάλλαξε σχετικά βραχυπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος με αρκετά υψηλά επιτόκια με μακροχρόνιο δημόσιο χρέος με χαμηλά επιτόκια.

Ας έρθουμε τώρα στις υποθέσεις της τρόικας. Η τρόικα κάνει τρεις υποθέσεις στα σενάριά της. Πρώτον, ότι η ελληνική οικονομία θα επιτύχει σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, δεύτερον, ότι θα πετύχει πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 4% του ΑΕΠ σχεδόν για μία δεκαετία και, τρίτον, ότι αυτή η προσπάθεια θα υποβοηθηθεί με αποκρατικοποιήσεις.

Πόσο ρεαλιστικές είναι αυτές οι υποθέσεις; Κατά τη γνώμη μου η πρώτη υπόθεση σχετικά με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι ρεαλιστική κυρίως επειδή η οικονομία μας αυτή τη στιγμή έχει πολύ μεγάλο αργούν παραγωγικό δυναμικό, είτε σε επίπεδο κεφαλαίου, είτε σε επίπεδο εργασίας.

Ως προς τις αποκρατικοποιήσεις σίγουρα μπορούν να βοηθήσουν, αλλά όχι καθοριστικά, όπως υποθέτουν ορισμένοι. Τα ποσά που μπορούν να αντληθούν από ιδιωτικοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων πιθανότατα θα αυξάνουν καθώς θα αυξάνουν οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα – που τώρα είναι ιδιαίτερα χαμηλές.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι συχνά-πυκνά στο δημόσιο διάλογο αναφέρεται η περίφημη ιστορία του να μεταφέρουμε τα χρήματα που δόθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το ΤΧΣ στον ΕFSF/ESM και να μειωθεί ισόποσα το δημόσιο χρέος. Προφανώς, αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο για τα κεφάλαια που διατέθηκαν για ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών και όχι για όλα τα κεφάλαια που διατέθηκαν στο ΤΧΣ (π.χ. κεφάλαια για εξυγίανση των τραπεζών). Όμως, αυτό σημαίνει ότι θα μεταβιβασθούν στον ΕFSF/ESM και οι αντίστοιχες τραπεζικές μετοχές. Επομένως όταν κάποτε οι Τράπεζες ιδιωτικοποιηθούν πλήρως, τα χρήματα δεν θα κατευθυνθούν στη μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους (εφόσον θα έχουν ήδη κατευθυνθεί εκεί). Είναι δηλαδή μόνο ένα ζήτημα timing και τίποτα περισσότερο. Μέσα στους υπολογισμούς που κάνει τόσο η τρόικα και η ελληνική Κυβέρνηση υπάρχουν και τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις Τραπεζών.

Η υπόθεση για την οποία υπάρχουν μεγάλες αμφιβολίες ως προς τη ρεαλιστική της βάση είναι αυτή που αναφέρεται σε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4% ή και παραπάνω για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ιστορικά υπάρχουν χώρες που πέτυχαν κάτι τέτοιο; Ναι υπάρχουν. Το Βέλγιο είναι ένα τέτοιο παράδειγμα και ο Καναδάς εν μέρει ένα άλλο.

Για σχετικά μικρότερα χρονικά διαστήματα στην πορεία προς το ευρώ η Ελλάδα πέτυχε ακόμη υψηλότερα πλεονάσματα. Υπήρχε χρονιά που πετύχαμε πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 6% του ΑΕΠ. Αλλά αυτό ήταν για ένα μικρό χρονικό διάστημα και, όπως αναφέρει συχνά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, συνήθως σε χώρες που δεν έχουν ισχυρούς δημοσιονομικούς θεσμούς - και δυστυχώς η Ελλάδα ανήκει σε αυτή την κατηγορία - αυτό ίσως να είναι εξαιρετικά δύσκολο.

Τι μπορεί να γίνει επομένως; Εαν επρόκειτο για ιδιωτικό χρέος μιας επιχείρησης νομίζω ότι πιθανότατα θα γινόταν αναδιάρθρωση με απομείωση του ονομαστικού χρέους. Είναι αυτό εφικτό όταν το χρέος μας διακρατείται από το δημόσιο τομέα άλλων χωρών; Νομίζω ότι αυτό είναι σχεδόν αδύνατο χωρίς δυσθεώρητο πολιτικό κόστος για τη χώρα. Και όταν λέω «πολιτικό κόστος» εννοώ πραγματικό πολιτικό κόστος για ολόκληρη τη χώρα και όχι αυτό που ονομάζουν τα κόμματα καθημερινά στο δημόσιο διάλογο «πολιτικό κόστος».

Θα ήθελα να ρωτήσω το εξής: αν ήταν η Ελλάδα στην αντίστροφη θέση και μας έλεγαν, για παράδειγμα, ότι για να σωθεί το ευρώ θα πρέπει να διαθέσουμε 3-4 δις σε μία άλλη χώρα, π.χ. τη Φινλανδία ή την Αυστρία. Θα περνούσε αυτό εύκολα στον ελληνικό λαό και στο ελληνικό κοινοβούλιο; Νομίζω ότι η απάντηση είναι ξεκάθαρα αρνητική.

Την παραπάνω άποψη για κούρεμα του ονομαστικού χρέους υποστηρίζουν αρκετοί διεθνείς Οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παλαιότερα (όχι τόσο πολύ τώρα), ο ΟΟΣΑ αλλά και αρκετοί αναλυτές. Στη χώρα μας η άποψη αυτή προβάλλεται από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις συνήθως με το επιχείρημα ότι αν δεν γίνει κούρεμα θα κάνουμε στάση πληρωμών και αυτό θα έχει σοβαρές συνέπειες για την Ευρωζώνη.

Ως προς το τελευταίο έχω σοβαρές αντιρρήσεις. Κατ’ αρχάς, αυτή η προσέγγιση του «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων» θα έχει τρομακτικά μεγάλο κόστος για την ίδια την Ελλάδα. Επιπρόσθετα, η Ευρώπη έχει χτίσει και εξακολουθεί να χτίζει μηχανισμούς προστασίας για τέτοιες περιπτώσεις.

Αυτό που μπορεί να γίνει εναλλακτικά μπορούμε να το βρούμε στην απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου 2012. Η απόφαση αυτή έλεγε ότι αν η Ελλάδα πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα και αν είναι συνεπής στην εφαρμογή του προγράμματός της, τότε μπορούμε να συζητήσουμε για μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.

Σαν τέτοια, απαριθμούνται η επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής των δανείων που παρασχέθηκαν στην Ελλάδα, η περικοπή των επιτοκίων κάποιων από αυτά και η αύξηση των ροών του κοινοτικού προϋπολογισμού προς την Ελλάδα. Ουσιαστικά, τα μέτρα αυτά μπορούν να έχουν σημαντικές οικονομικές συνέπειες και να οδηγήσουν σε μείωση της καθαράς παρούσας αξίας του χρέους.

Πιο συγκεκριμένα. Τι είναι αυτά τα οποία ήδη συζητούνται και τι, κατά την ταπεινή μου άποψη, μπορούμε να διεκδικήσουμε; Ήδη στην Ευρώπη συζητείται αρκετά η χρονική επέκταση της περιόδου αποπληρωμής των δύο δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα (το πρώτο που ήταν διακρατικό δάνειο και το δεύτερο το δάνειο του EFSF) από τα 30 στα 50 χρόνια. Κατά τη γνώμη μου αυτό το διάστημα μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερο. Μπορούμε να διεκδικήσουμε 60 ή 70 χρόνια, ίσως και παραπάνω, και έχω την αίσθηση ότι αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ίσως όχι σε πρώτη φάση, σε δεύτερο χρόνο όμως αυτό είναι πολύ πιθανό.

Το δεύτερο που συζητείται αφορά τη μείωση των επιτοκίων. Εδώ υπάρχει μια σύγχυση. Δεν είναι όλα τα επιτόκια που μπορούν να μειωθούν. Είναι μόνο τα επιτόκια των διακρατικών δανείων και, δυστυχώς, αυτά αφορούν ένα σχετικά μικρό κομμάτι του δημοσίου χρέους (περίπου 53 δις). Στα δάνεια του EFSF αν μειωθούν κι άλλο τα επιτόκια, αρχίζει και έχει ζημιές ο EFSF. Αν γίνει κάτι τέτοιο, πέραν του ότι απαγορεύεται από το καταστατικό του EFSF, χάνει την υψηλή πιστοληπτική του αξιολόγηση o οργανισμός και ανεβαίνει το κόστος δανεισμού του, γεγονός που δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα. Άρα αυτό μου φαίνεται σχεδόν αδύνατο να γίνει περικοπή των επιτοκίων σε αυτά τα δάνεια.

Κατά τη γνώμη μου, εκτός από την επέκταση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων, δύο είναι τα σημαντικά σημεία όπου θα πρέπει να εστιασθεί η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς. Πρώτον, στη μετατροπή των κυμαινομένων επιτοκίων των διακρατικών δανείων σε σταθερά και πολύ κοντά στα σημερινά επίπεδα (ιδιαίτερα χαμηλά σε ιστορικούς όρους). Δεύτερον, αν γίνει επέκταση της περιόδου αποπληρωμής των δανείων, θα πρέπει να επιδιώξουμε να υπάρξει και αναλογική επέκταση της περιόδου χάριτος. Αυτό είναι σημαντικό για κάποιο λόγο που θα αναφέρω παρακάτω.

Από τις δηλώσεις διαφόρων Ευρωπαίων αξιωματούχων, φαίνεται οι λύσεις αυτές είναι εφικτές. Όμως, πρέπει να επισημάνω ότι κάποιες χώρες έχουν αρχίσει να εκφράζουν αντιρρήσεις. Το επιχείρημά τους εκεί είναι ότι «αφού η Ελλάδα έχει πρόσβαση στις αγορές, γιατί θα πρέπει να γίνουν και άλλες παραχωρήσεις;». Νομίζω το επιχείρημα αυτό είναι έωλο. Οι αγορές είναι ανοικτές για την Ελλάδα ακριβώς επειδή προσδοκούν κάποια ρύθμιση για το Ελληνικό χρέος.

Αν κρίνω από τις συζητήσεις οι οποίες γίνονται πίσω από τις γραμμές, η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν θα οδηγήσει σε εφ' άπαξ μέτρα. Κατά πάσα πιθανότητα τα μέτρα που θα ληφθούν για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα είναι μέτρα με αιρεσιμότητα (contitionality).

Πότε θα γίνει η συζήτηση και η σχετική διαπραγμάτευση; Έχει ήδη συμφωνηθεί με την τρόικα ότι θα γίνει στο τέλος του έτους αφού ολοκληρωθεί το επόμενο review, παράλληλα με τη συζήτηση για την κάλυψη του όποιου χρηματοδοτικού κενού υπάρξει για την επόμενη διετία.

Όμως, σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μπω στην καρδιά του προβλήματος. Η ιστορία των διαφόρων χώρων δείχνει ότι το πρόβλημα χρέους/ΑΕΠ σχεδόν ποτέ δεν λύθηκε με περικοπές στον αριθμητή, λύθηκε κυρίως με αυξήσεις στον παρανομαστή. Με άλλα λόγια αν δεν πετύχουμε ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη, όλη αυτή η συζήτηση, νομίζω ότι δεν οδηγεί πουθενά.

Η Ελλάδα δεν διαφέρει πολύ στο κύριο χαρακτηριστικό της από τις άλλες χώρες της Ευρώπης – είναι μία γηράσκουσα κοινωνία - απλώς διαφέρει στο ότι ξεκινάει από πολύ χειρότερη θέση, λόγω του υψηλού της χρέους. Τι μπορεί να κάνει μία γηράσκουσα κοινωνία για να αυξήσει το δυνητικό ρυθμό μεγέθυνσής της;

Κατά την άποψή μου υπάρχουν δυο κυρίως παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν αυτό το ρυθμό. Κάποτε θα πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση για το τι είδους μεταναστευτική πολιτική θέλουμε. Καταλαβαίνω ότι από πολιτική άποψη αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει τώρα. Σε μια χώρα με ανεργία 27% είναι δύσκολο να κάνεις τέτοια συζήτηση με τη μεγάλη ψυχραιμία η οποία απαιτείται. Όμως κάποτε πρέπει να γίνει.

Το δεύτερο και πολύ σημαντικότερο έχει να κάνει με τις περίφημες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Όπως δείχνει η εμπειρία πλειάδας χωρών, αν πραγματικά θέλουμε να πετύχουμε ένα μονίμως υψηλότερο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα πρέπει να κάνουμε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Είναι κάτι, στο οποίο επιμένουν διαρκώς οι Ευρωπαίοι και νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίο επιμένουν είναι ακριβώς γιατί θέλουν να πάρουν κάποτε τα λεφτά τους πίσω. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι κακό για εμάς.

Παρενθετικά θα ήθελα να ανφέρω ότι, αντίθετα απ’ ότι αναφέρεται συχνά στο δημόσιο διάλογο τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, η Ελλάδα έχει κάνει πολλές μεταρρυθμίσεις κατά την τελευταία τετραετία. Όμως, λόγω του ότι ξεκινούσαμε από πολύ χαμηλή θέση, παρ' όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις σε διεθνή κλίμακα παραμένουμε ακόμα σχετικά χαμηλά και έχουμε ακόμα πολλά πράγματα να κάνουμε.

Από αυτή τη σκοπιά αυτό που είπα προηγουμένως για την επιμήκυνση της περιόδου χάριτος είναι πάρα πολύ σημαντικό. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν πετύχουμε επέκταση της περιόδου χάριτος, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούμε να διαθέσουμε σημαντικούς πόρους σε αναπτυξιακά προγράμματα αντί της πληρωμής τόκων, ώστε όταν αρχίσουμε να αποπληρώνουμε τα δάνεια που έχουμε λάβει, να έχουμε πολύ υψηλότερο ονομαστικό προϊόν.

Επιπρόσθετα, οι Ευρωπαίοι μπορούν να κάνουν πολλά για την ανάπτυξη της χώρας, πέρα από αυτά που ανέφερα προηγουμένως. Όπως ανέφερε και η κα Διαμαντοπούλου, είτε μέσω δανείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, είτε μέσω κάποιου είδους Marshall Plan για το Nότο όπως έχει ειπωθεί αρκετές φορές και, τέλος, στην άκρη αυτή του δρόμου μπορεί να βρίσκεται και το ευρωομόλογο.

Νομίζω ότι τα ευρωομόλογα θα ξεκινήσουν σαν project bonds και αργότερα θα καλύψουν τμήμα του δημοσίου χρέους των χωρών της ζώνης του ευρώ. Αυτή η διαδικασία ουσιαστικά προϋποθέτει κάποιας μορφής ενιαία οικονομική διακυβέρνηση και κάποια μορφής κοινή δημοσιονομική πολιτική πολιτική (κυρίως αντικυκλικού χαρακτήρα). Αυτό, με τη σειρά του προϋποθέτει κάποιας μορφής στενότερη πολιτική ένωση, κάτι το οποίο κάθε άλλο παρά δημοφιλές είναι για μεγάλη μερίδα των Ευρωπαίων πολιτών.

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο «τεχνικά» σημεία, με σημαντικές συνέπειες. Το πρώτο αφορά το αν η όποια ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα πρέπει να αγγιξει και το χρέος που κατέχουν ιδιώτες. Αντίθετα από αυτό που ακούγεται από ορισμένες πλευρές, κατά την άποψή μου, κάτι τέτοιο θα είχε βαρύτατες αρνητικές συνέπειες και θα απέκλειε την Ελλάδα από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου για πολλά ακόμα χρόνια, ενώ το οικονομικό όφελος θα ήταν περιορισμένο λόγω του ότι μικρό μόνο τμήμα του ελληνικού χρέους κατέχεται από ιδιώτες.

Το δεύτερο αφορά τις επιπτώσεις του αποπληθωρισμού. Η χώρα μας βιώνει αρνητικούς ρυθμούς πληθωρισμού τα τελευταία χρόνια. Αυτό είναι θετικό για την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού και για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Όμως, συνήθως είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό για το λόγο Χρέους/ΑΕΠ, εφόσον το χρέος υπολογίζεται πάντα σε ονομαστικούς όρους και ο αποπληθωρισμός μπορεί να μειώσει το ονομαστικό ΑΕΠ. Εδώ υπάρχει μία αντίφαση. Μία από τις απολύτως αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχει να κάνει με το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό. Όμως, αυτό το άνοιγμα, συνήθως οδηγεί σε μειώσεις τιμών, όπως έχουμε παρατηρήσεις σε διάφορους κλάδους στην Ελλάδα (αερομεταφορές, τηλεπικοινωνίες, κλπ). Εδώ η κρίσιμη παράμετρος είναι αν η ποσοστιαία αύξηση του όγκου του παραγόμενου προϊόντος αυτών των κλάδων είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την πσοστιαία μείωση των τιμών των προϊόντων του κλάδου.

Εκ κατακλείδι, κατά την άποψή μου, το δημόσιο χρέος της χώρας μας είναι μεν πολύ υψηλό, όμως με τις κατάλληλες ενέργειες ο λόγος χρέους/ΑΕΠ μπορεί να μειωθεί σχετικά γρήγορα, χωρίς να μπούμε σε περιπέτειες. Αυτό απαιτεί σταθερότητα, διαπραγματευτική ικανότητα και αταλάντευστη προσήλωση στην μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Σημεία παρέμβασης Χριστόφορου Σαρδελή

Η χώρα βρίσκεται σε δεινή θέση λόγω ενός μίγματος δικών της λαθών, μιας προβληματικής αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης και μιας κακής διαχείρισης της κρίσης από το 2009 μέχρι σήμερα. Το ίδιο μίγμα, αλλά σε διαφορετικές δοσολογίες, ταλαιπώρησε και ταλαιπωρεί αρκετές χώρες της ΕΖ. Επομένως, θεωρώντας ότι το βασικό θέμα της διαπραγμάτευσης είναι μόνο το υπέρογκο ελληνικό χρέος και όχι οι συνθήκες σταθερότητας της ΕΖ φέρνει τη χώρα σε μειονεκτική θέση, γιατί βγάζουμε απ’ το κάδρο το κοινό πρόβλημα και τις κοινές ευθύνες. Το ελληνικό χρέος είναι μια μόνο συνιστώσα του γενικότερου προβλήματος, το οποίο μάλιστα επιδεινώθηκε ακριβώς γιατί εξαρχής αντιμετωπίστηκε σαν μεμονωμένο πρόβλημα.

Πέραν αυτού, το καθαρά ελληνικό πρόβλημα στη σημερινή του μορφή είναι περισσότερο πρόβλημα ανάπτυξης και λιγότερο χρέους. Αυτό είναι εύκολο να τεκμηριωθεί και, αν χρησιμοποιηθεί σαν αφετηρία, μπορεί να αποφορτίσει το κλίμα μεταφέροντας το ενδιαφέρον σε τεχνικά θέματα, όπως η διερεύνηση συνδυασμών μέτρων που διασφαλίζουν μαθηματικά και πολιτικά τη βιωσιμότητα του χρέους. Αυτό που πρέπει να επιδιωχθεί είναι η συνιδιοκτησία με τους εταίρους ενός προγράμματος προσαρμογής που διασφαλίζει συνθήκες ενάρετου κύκλου, με επίκεντρο μια αναπτυξιακή στρατηγική. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να αποδώσει καρπούς πολύ πιο εύκολα από μια συγκρουσιακή στάση για μείωση του χρέους ή οποιαδήποτε άλλη μορφή αναδιανομής των βαρών.


Τα σημεία σύγκλισης όπως προκύπτουν από τις τοποθετήσεις των κομμάτων

Tον Ιούλιο του 2014, το ΔΙΚΤΥΟ στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας που έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό για τη διαχείριση του δημοσίου χρέους μέσα από μία εθνική και συναινετική πρωτοβουλία, πραγματοποίησε εκδήλωση με την παρουσία κομμάτων της Βουλής και της Ευρωβουλής, με σκοπό να διευκρινιστούν οι κοινές τους θέσεις πάνω στο ζήτημα του χρέους. Παρακάτω θα δείτε τα βασικά σημεία των απόψεων των κομμάτων και τα σημεία σύγκλισης τους.

{edocs}http://www.todiktio.eu/pdf/teliki_sugkritiki_analusi_DIKTIO.pdf,800,600{/edocs}