Log in

Policy Brief επ’ αφορμή του Συνεδρίου Ασφαλείας του Μονάχου

Η Ευρώπη στην εποχή της διάσπασης.
Policy Brief επ’ αφορμή του Συνεδρίου Ασφαλείας του Μονάχου*

Στο φετινό Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, που θα λάβει χώρα μεταξύ της 16ης και της 18ης Φεβρουαρίου, αναμένεται να συζητηθούν σειρά θεμάτων που προσδιορίζουν κι αναδιαμορφώνουν τις διεθνείς υποθέσεις. Ένα από τα ζητήματα στα οποία θα εστιάσουν οι εργασίες του, είναι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως παγκοσμίου δρώντα και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η διεθνής φιλελεύθερη τάξη.

Η μεταπολεμική διεθνής τάξη φαίνεται πια να εξαντλεί τα λειτουργικά της όρια. Η παρούσα αμερικανική κυβέρνηση, θέτει στο περιθώριο την κληρονομιά 12 διαδοχικών προέδρων μετά τον Ρούσβελτ και επιλέγει να απομακρυνθεί από τον ρόλο του εγγυητή της δυτικής φιλελεύθερης τάξης. Τις εκκλήσεις του Στρατηγού Μάρσαλ για «αποκατάσταση της παγκόσμιας οικονομικής κανονικότητας» [πηγή 1] διαδέχεται μια «χομπεσιαννή» αντίληψη για το διεθνές περιβάλλον και τους δρώντες του θεωρώντας τον κόσμο «όχι πια μια οικουμενική κοινότητα αλλά μια αρένα στην οποία έθνη, μη κρατικοί δρώντες και επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για την υπεροχή». [π. 2] Το θεσμικό σύμπλεγμα σταθερότητας που θεμελιώθηκε το 1945 υπονομεύεται από το ίδιο κράτος που υπήρξε ενορχηστρωτής του.

Είναι εύλογο πια να μιλάμε για την είσοδο σε μια μετα-αμερικανική τάξη, αλλά όχι μόνο λόγω της ανόδου των υπολοίπων δυνάμεων (rise of the rest) όπως υποστήριξε πριν χρόνια ο Fareed Zakaria, [π. 3] αλλά κυρίως λόγω της απροθυμίας των Ηνωμένων Πολιτειών να ηγηθούν ενός κόσμου που βρίσκεται εν τέλει σε διάσπαση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια επιλογή από πλευράς των ΗΠΑ θα επηρεάσει σημαντικά και τις διατλαντικές σχέσεις. Η συνεργασία μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ θεμελιωνόταν διαχρονικά στη βάση ενός κοινού αξιακού κώδικα. H κοινή έμφαση στην ελευθερία, το Κράτος Δικαίου, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την πολυμερή και θεσμική διπλωματία συγκροτούσαν την έννοια της Δύσης, όπως την γνωρίζαμε για δεκαετίες. Αυτή η έννοια υπονομεύεται σημαντικά από την αντίληψη που αντιμετωπίζει τον κόσμο ως ένα πεδίο επιχειρηματικών συμφωνιών.
Η βάση της ευρωατλαντικής συνεργασίας, από αξιακή και μακροπρόθεσμη, μετατρέπεται σε συναλλακτική, εύθραυστη και συγκυριακή.

Ο Γερμανός Yπουργός των Εξωτερικών Sigmar Gabriel προβλέπει, μάλλον δικαίως, ότι οι δυο παραδοσιακές δυνάμεις (ΗΠΑ-ΕΕ) δεν θα συνδιαμορφώνουν μελλοντικά τα συμφέροντά τους στο βαθμό που το έκαναν τις τελευταίες δεκαετίες. [π. 4] Οι ημέρες που ο Πρόεδρος Ομπάμα επισκεπτόταν το Λονδίνο, ενημερώνοντας τους Βρετανούς πολίτες για τους κινδύνους ενός πιθανού Brexit5, δηλώνοντας έτσι έμπρακτα την στήριξή του στην Ενωμένη Ευρώπη, έχουν αντικατασταθεί από έναν Πρόεδρο παγερά αδιάφορο για το εξέλιξη του ευρωπαϊκού project. Η αμερικανική διοίκηση εκλαμβάνει εν μέρει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις ανταγωνιστικά ή στην χειρότερη περίπτωση ως απλά οικονομικούς αντιπάλους. [π. 6]
Η διεθνής πραγματικότητα γίνεται για την Ευρώπη, όλο και πιο προκλητική. Και για αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο η μειωμένη δέσμευση των ΗΠΑ στην προώθηση της ευρωπαικής ασφάλειας και άμυνας, αλλά ένα διασυνδεδεμένο περιβάλλον απειλών, καθώς και ευρωπαικές δομικές εσωτερικές ανεπάρκειες.
Ο ευρωπαικός χώρος δεν προσδιορίζεται μόνο από πρόοδο, ειρήνη και σταθερότητα, όπως γραφόταν στα 2003, [π. 7] αλλά από μια κλιμακούμενη αταξία. Η Ρωσία δεν είναι απλά ένας δύσκολος και ιδιότυπος εταίρος. Η πληθώρα εύθραυστων και αποτυχημένων κρατών (failed states) διατηρεί τη Μέση Ανατολή σε κατάσταση συνεχούς αστάθειας και η ισλαμιστική τρομοκρατία συνεχίζει να απειλεί τις ανοιχτές κοινωνίες. Ένας νέος παράγοντας σύνθετης πρόκλησης προστίθεται στους παραπάνω. Η κατακόρυφη ανάπτυξη της τεχνολογίας, της Τεχνητής Νοημοσύνης, των data κλπ θα διαμορφώσει νέες ισορροπίες στη διεθνή τάξη.
Σε αυτό το σημείο θα άξιζε να σταθούμε. Η ψηφιακή διάσπαση και η γεωπολιτική επιτάχυνση που προκαλεί φαίνεται ότι είναι το ρεύμα εκείνο που θα επηρεάσει πιο καθοριστικά την κατανόησή μας των διεθνών τάξεων. Ο Kenneth Geers, σε ένα από τα νατοικά Tallin Paper, περιγράφει το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας ως «Πανδαιμόνιο», [π. 8] εξαιτίας την έντασης και τις ασυμμετρίας των κυβερνοαπειλών. Από την εποχή της περίφημης κυβερνοεπίθεσης στην Εσθονία το 2007, η ΕΕ, η Γαλλία, το βρετανικό ΥΠΕΘΑ, η Bundestag και η γερμανική αστυνομία, έχουν όλοι πέσει θύματα κυβερνοεπιθέσεων. [π. 9] Οι παραπάνω αναφορές είναι μόνο ενδεικτικές. Η Ευρωπαική Επιτροπή υπολογίζει ότι περίπου το 80% των ευρωπαικών επιχειρήσεων έπεσε θύμα κυβερνοεπίθεσης τουλάχιστον μία φορά κατά το 2016. [π. 10] Η μεταφορά του πολέμου από την φυσική πραγματικότητα και στην ψηφιακή αλλάζει ριζικά τον χαρακτήρα της σύγκρουσεων και διευρύνει τα όρια τους. Η απουσία μάλιστα προβλεψιμότητας και προσδιορισμού των νέων απειλών σε συνδυασμό με την απουσία σχετικών διεθνών ρυθμιστικών συμφωνιών, καθιστά το λεγόμενο cyberwar μία από τις πιο σημαντικές προκλήσεις που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τα κράτη τα προσεχή χρόνια.

Το κομβικό ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν θα καταφέρει να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στον διασπασμένο κόσμο που περιγράψαμε και να επωφεληθεί από το κενό που ενδεχομένως δημιουργει η κατάρρευση του αμερικανικού μονοπολισμού.
Η εξωτερική πολιτική της ΕΕ είναι ομολογουμένως ένα project εμφανώς λιγότερο αναπτυγμένο από τα υπόλοιπα. Η προσπάθεια να καλυφθούν από την συνθήκη της Λισσαβώνας οι δομικές αλλαγές στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής που αναμενόταν να επιφέρει η Συνταγματική Συνθήκη του 2005, καρποφόρησαν έως όμως ένα σημείο. Δημιουργήθηκε ένα ισχυρότερο θεσμικό πλαίσιο, σχεδιασμένο να προσφέρει μεγαλύτερη συνοχή και αποτελεσματικότητα στην υλοποίηση της Στρατηγικής Ασφάλειας του 2003 και την European Neighbourhood Policy του 2004. Η αρχή της ομοφωνίας, όμως, διατηρήθηκε και οποιαδήποτε προσπάθεια ενιαίας στάσης διαρκώς υπονομευόταν από την άσκηση παράλληλων πολιτικών από τα εθνικά κράτη. Η άσκηση ευρωπαικής εξωτερικής πολιτικής έμοιαζε περισσότερο γραφειοκρατική παρά εκτελεστική διαδικασία. Οι αγκυλώσεις του συγκεκριμένου πλαισίου αποκαλύφθηκαν περίτρανα τόσο από την εμπειρία της Συρίας, όσο κι από εκείνη της Λιβύης. Στην μεν Συρία η ΕΕ περιορίστηκε στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, ενώ στη δε Λιβύη στάθηκε ανίκανη να διαχειριστεί την μετεπαναστατική συνθήκη ως ενιαίος παίκτης.

Η κατάθεση, βέβαια της Παγκόσμιας Στρατηγικής (EU Global Strategy) από την Φεντερίκα Μογκερίνι το 2016 και η υπογραφή της συμφωνίας ενιαίας αμυντικής συνεργασίας (PESCO) τον περασμένο Νοέμβριο αναμένονται να δώσουν νέα πνοή στην εξωστρέφεια της ΕΕ. Η συμφωνία PESCO μπορεί, δυνητικά, να αποτελέσει game changer για την μετατροπή της ΕΕ από ήπιας (soft power) δύναμης παράγοντα σε σκλήρής δύναμης δρώντα (hard power). Κι αυτό γιατί επιτρέπει την στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και την ενίσχυση των δυνατοτήτων σε τομείς πρώτης πρωτεραιότητας, όπως η κυβερνοασφάλεια, όπου το κόστος ανάπτυξης θα ήταν δυσβάσταχτο για τα κράτη μέλη μεμονωμένα, με δεδομένη και την σημαντική μείωση των αμυντικών δαπανών που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση από το 2009 κι εντεύθεν.

Ωστόσο, παρά τη σημασία της επένδυσης στην κοινή μας άμυνα, τα χρήματα δεν αρκούν. Χρειάζονται σύγχρονες αμυντικές - και κυρίως πολιτικές - δομές λήψης αποφάσεων.

Η επένδυση δεν έχει νόημα να ικανοποιεί τις ανάγκες του 20ου αιώνα, αλλά εκείνες του 21ου αιώνα. Οι δυνάμεις των ευρωπαϊκών χωρών μελών του ΝΑΤΟ, ανέρχονται σε 1,38 εκ. στρατιώτες, περίπου όσο και των ΗΠΑ. Η πρόκληση όμως, δεν είναι στο νούμερο των δυνάμεων. Η σύγχρονη πρόκληση είναι η επένδυση στη σύγχρονη τεχνολογία, στην ψηφιακή εποχή, στα data, στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στην αναβάθμιση των ικανοτήτων του στρατιωτικού δυναμικού της ΕΕ, ώστε να μπορούν να χειρίζονται την υψηλή τεχνολογία. Η επιλογή αυτή, της επένδυσης στην τεχνολογία του αύριο, θα λειτουργήσει ως ένα άλμα μεγαλύτερο από την φθορά του σήμερα. Εξαιτίας της κρίσης που ταλάνισε την Ευρώπη, οι επενδύσεις στην Άμυνα, έμειναν πίσω. Ο εξοπλισμός δεν έχει ανανεωθεί σε πολλές περιπτώσεις. Λύση σε αυτό μπορεί να δώσει η διακρατική υποστήριξη στη συντήρηση του εξοπλισμού.

Η συντήρηση αποτελεί το 30-70% του κόστους ενός οπλικού συστήματος μετά την κατασκευή του. Οι χώρες της ΕΕ που είναι μέλη του ΝΑΤΟ σε μεγάλο βαθμό αλληλοκαλύπτονται από παρόμοια συστήματα. Αν η ανταλλαγή τεχνογνωσίας συντήρησης και προσωπικού αυξανόταν μεταξύ των χωρών, ένα μεγάλο μέρος του κόστους θα χανόταν.

Η Ευρωπαϊκή άμυνα εμφανίζει συμπτώματα ανεπάρκειας που οφείλονται εν πολλοίς στην επικάλυψη, στην αδυναμία διαλειτουργικότητας και στα τεχνολογικά κενά που δημιουργούνται από τις ασύνδετες μονάδες παράγωγής των Κρατών Μελών. Η σύνδεση, η επικοινωνία, ο κοινός σχεδιασμός ενός τμήματος των αμυντικών βιομηχανιών της ΕΕ, θα μείωνε κατά 30% το κόστος προμήθειας οπλικών συστημάτων και ενίσχυε παράλληλα τη σύνδεση των ευρωπαϊκών αμυντικών συστημάτων. Η δημιουργία κοινής αμυντικής κουλτούρας – μετά και την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση – θα βελτίωνε σημαντικά τη διαλειτουργικότητα, την εκπαίδευση, τη συντήρηση και την Έρευνα και Καινοτομία του αμυντικού τομέα.

Η ΕΕ δεν έχει την πολυτέλεια να διατηρεί ξεχωριστά αμυντικά συστήματα ως προς το επίπεδο των τεχνικών απαιτήσεων. Από τη μία είναι δύσκολο και ευαίσθητο εθνικά να δομηθούν τα αμυντικά συστήματα με τις ίδιες προϋποθέσεις λειτουργίας, από την άλλη όμως, δεν είναι λογικό να μην υπάρχει σχεδόν καμία δυνατότητα διαλειτουργικού σχεδιασμού και συνεργασίας. Και αν η παρούσα κατάσταση των ευρωπαϊκών αμυντικών συστημάτων δεν επιτρέπει – πολιτικά και λειτουργικά – την πλήρη σύζευξη, οι νέες απειλές την επιβάλλουν. Με οδηγό τις νέες απειλές, όπως ο κυβερνοπόλεμος, οι χώρες της ΕΕ θα μπορούσαν να δομήσουν ένα κοινό πλαίσιο αμυντικής προετοιμασίας και συνεργασίας που θα ξεπερνά το σημερινό επίπεδο και θα ανοίγει νέους ορίζοντες.

Στο πλαίσιο της νέας διακρατικής, διαλειτουργικής και τεχνολογικής συνεργασίας ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, νέα δυναμική αναμένεται να δώσει ο γαλλογερμανικός άξονας που αναμένεται να εκκινήσει τη νέα του προσπάθεια, μετά και τη σύσταση της νέας κυβέρνησης στο Βερολίνο. Η σημασία της συνεργασίας των δύο χωρών αναμένεται να προσελκύσει και άλλες χώρες που θα θελήσουν να ενταχθούν στην αμυντική και κατ’ επέκταση την πολιτική πρωτοπορία της ΕΕ, δημιουργώντας ένα νέο συνεργατικό μοντέλο για την ΕΕ ενόψει και των Ευρωεκλογών του 2019.

Όπως υπογραμμίσαμε, η πρωταρχική σημασία πρέπει να δοθεί στις νέες απειλές και στην επένδυση στην Έρευνα και την Καινοτομία. Είναι δύο πεδία που μπορούν να λειάνουν τις εθνικές διαφορές και να αποτελέσουν τον εμβρυουλκό της νέας σελίδας στην ευρωπαϊκή άμυνα. Σύμφωνα με έκθεση του Ευρωκοινοβουλιου το κενό ανάμεσα στην επένδυση σε Έρευνα και Καινοτομία ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ ανέρχεται στα 50 δισεκ ετησίως! [π. 11]

Ένα άλλο σημείο που θα άξιζε να σταθούμε, είναι αναμφίβολα το επικείμενο Βrexit. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ομολογουμένως η ισχυρότερη αμυντική δύναμη της ΕΕ κι ένα από τα μόλις δυο μέλη που διαθέτουν ολιστικές αμυντικές δυνατότητες (συμπεριλαμβανομένων πυρηνικών). Έχοντας τον δεύτερο μεγαλύτερο αμυντικό προυπολογισμό από όλα τα κράτη μέλη (μετά την Γαλλία) [π. 12], η Βρετανία, είναι επιπλέον ένα από τα πέντε μέλη που αφιερώνουν το κομβικό ποσοστό του 2% σε αμυντικές δαπάνες, οντας παράλληλα μόνιμα εκπροσωπούμενη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει, ωστόσο , σταθεί εμπόδιο στη διαδικασία της αμυντικής ενοποίησης. Το 2011 άσκησε βέτο στην δημιουργία ενιαίου στρατιωτικού λειτουργικού αρχηγείου στις Βρυξέλλες [π. 13], ενω σταθερά αντιτάσσόταν στην αύξηση του προυπολογισμού της Ευρωπαικής Αμυντικής Υπηρεσίας (European Defence Agency)1 [π. 14]. Μολονότι λοιπόν η στρατιωτική ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου το καθιστά κομβικό εταίρο, η απόσυρσή του από την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (CSDP) θα μπορούσε να δώσει νέα ώθηση στην ευρωπαική αμυντική ενοποίηση, ειδικά μετά την υπογραφή της PESCO.

Ειδικό ενδιαφέρον, τόσο για την Ευρώπη όσο και για την χώρα μας έχει και η δυναμική ισχύος της Τουρκίας.
Την περασμένη Δευτέρα, το Centre for American Progress δημοσίευσε μια σημαντική δημοσκοπική έρευνα σχετικά με τις διαθέσεις της τουρκικής κοινής γνώμης. Το τουρκικό κοινό εμφανίζεται κατά 73% αρνητικά διακείμενο έναντι της Ευρώπης, με το ποσοστό των θετικών απαντήσεων να ανέρχεται μόλις στο 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι το 46% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι η τουρκική κυβέρνηση πρέπει "να κάνει περισσότερα για να αντιμετωπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες". [π.15] Οι σχέσεις Τουρκίας-Δύσης δεν υπήρξαν ποτέ τόσο εύθραυστες. Oι γενικότερες αποκλίνουσες προσδοκίες και οι ριζικά αντικρουόμενες στρατηγικές στη Συρία έχουν οδηγήσει τις σχέσεις των δύο συμμάχων σε κρίσιμο σημείο, με την Τουρκία να αναζητά συνεχώς αναβαθμισμένο ρόλο στην αναδιαμορφούμενη περιφερειακή δυναμική. Τα ευρήματα της έρευνας που αναφέραμε παραπάνω, στο βαθμό που αποτυπώνουν την πραγματικότητα, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αντιδυτική στροφή της Τουρκίας θα ενταθεί, έχοντας ισχυρή λαική νομιμοποίηση.
Οι πολιτικές ελίτ της γείτονος δεν αντιλαμβάνονται πια την Δύση ως το κέντρο της ισχύος. Την βλέπουν μάλλον ως άλλο ένα κέντρο ανάμεσα σε πολλά αναδυόμενα. Κυβερνητικοί κύκλοι πιστεύουν ότι το γεγονός αυτό αυξάνει τις προοπτικές αυτονομίας –όσο και απροβλεψιμότητας- της Τουρκίας στο διεθνές περιβάλλον, ιδιαίτερα όσον αφορά τις σχέσεις της με την Δύση.

Μιλώντας συγκεκριμένα για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, η ανάγκη της Τουρκίας για απόκτηση θέσης (quest for status) πρέπει να ικανοποιηθεί μέσα στο κατάλληλο λειτουργικό πλαίσιο, το οποίο μολονότι θα περιλαμβάνει μιαν αναγκαία συναλλακτική διάσταση, δεν θα παραγκωνίζει στο ελάχιστο τις συνιστώσες της δημοκρατίας, της θεσμικής βελτίωσης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρ’όλα αυτά ένα τέτοιο πλαίσιο είναι σχεδόν απίθανο να διαμορφωθεί στο εγγύς μέλλον, λόγω και της παγίωσης του αυταρχικού καθεστώτος. Οι υποβόσκουσες εντάσεις στις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ και την Δύση γενικότερα, προβλέπεται ότι μάλλον θα συνεχιστούν.

*Γιάννης Μαστρογεωργίου, Διευθυντής ΔΙΚΤΥΟΥ
Βασίλης Γαβαλάς, Συνεργάτης ΔΙΚΤΥΟΥ

Πηγές:

1. The "Marshall Plan" speech at Harvard University, 5 June 1947, http://www.oecd.org/general/themarshallplanspeechatharvarduniversity5june1947.htm
2. America First Doesn’t Mean America Alone, H.R. McMaster and Gary D. Cohn, Wall Street Journal, May 30 2017, https://www.wsj.com/articles/america-first-doesnt-mean-america-alone-1496187426
3. Post-American World and the Rise of the Rest, Fareed Zakaria, Penguin, 2009
4. Why Europe needs a new foreign policy - Federal Foreign Minister Gabriel's speech at the Berlin Foreign Policy Forum, https://www.auswaertiges-amt.de/en/Newsroom/berliner-forum-aussenpolitik/909376
5. Barack Obama: Brexit would put UK 'back of the queue' for trade talks, The Guardian, April 22 2016, https://www.theguardian.com/politics/2016/apr/22/barack-obama-brexit-uk-back-of-queue-for-trade-talks
6. Donald Trump says EU exists to compete with US, Politico, July 7 2016, https://www.politico.eu/article/donald-trump-says-eu-exists-to-compete-with-us-brexit-nato-wto-nafa/
7. Council of the European Union, “European Security Strategy: A Secure Europe in a Better World,” December 12, 2003, https://europa.eu/globalstrategy/en/ le/10/download?token=ubYn8qBQ, pp. 1, 8. 

8. Pandemonium: Nation States, National Security, and the Internet, Kenneth Geers, Tallin Paper No1, 2014, CCDCOE
9. ibid
10. European Commission, “Resilience, Deterrence and Defence: Building Strong Cybersecurity in Europe,” September 19, 2017, http://ec.europa.eu/newsroom/document.cfm?doc_id=46998. 

11. http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2016/
12. SIPRI Military Expenditure Database, https://www.sipri.org/sites/default/files/Milex-constant-2015-USD.pdf
13. Britain blocks EU plans for 'operational military headquarters', The Telegraph, 18 July 2011, http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/europe/eu/8645749/Britain-blocks-EU-plans-for-operational-military-headquarters.html
14. EU approves budget increase for European Defence Agency, Ryan Maass, UPI, November 16 2016, https://www.upi.com/Defense-News/2016/11/16/EU-approves-budget-increase-for-European-Defence-Agency/1391479327856/
15. Τurkey’s ‘New Nationalism’ Amid Shifting Politics, Center for American Progress, February 2018.

Ανάλυση: Τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη και πως θα αλλάξει τη ζωή μας;

Το ΔΙΚΤΥΟ αφιερώνει το 2018 στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση. Έναν νέο και πολλά υποσχόμενο κόσμο, που θα φέρει για πρώτη φορά στην Ιστορία τόσο κοντά, τις μηχανές και τον άνθρωπο. Πυρήνας της εξέλιξης είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ). Ας δούμε, λοιπόν, τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Του Γιάννη Μαστρογεωργίου
Διευθυντή του ΔΙΚΤΥΟΥ

Εισαγωγή – Περίληψη

Τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης - Artificial Intelligence (AI) ήδη τα βρίσκουμε παντού σχεδόν στην καθημερινή μας ζωή: οδηγούν αυτοκίνητα, αποφασίζουν σχετικά με τις αιτήσεις υποθηκών ή δανείων, βοηθούν στη μετάφραση κειμένων, στην αναγνώριση προσώπων, στα κοινωνικά δίκτυα, στον εντοπισμό της θέσης, δημιουργούν έργα τέχνης, παίζουν παιχνίδια κλπ. Η AI άρχισε να κορυφώνεται σταδιακά από τη δεκαετία του 2000 και  προέκυψε από το συνδυασμό της ικανότητας της μηχανής να «μαθαίνει» (machine learning) με τα «μεγάλα δεδομένα» (big data). Οι αλγόριθμοι πίσω από αυτά τα συστήματα λειτουργούν μέσα από τη στατιστική συσχέτιση των δεδομένων που αναλύονται και έτσι δίνουν τη δυνατότητα στις μηχανές να εκτελούν βασικές λειτουργίες υπολογισμού και άλλες δραστηριότητες, όπως ο άνθρωπος.

Παρόλαυτά, η AI που βασίζεται σε δεδομένα, μπορεί να εκτελεί μόνο μία εργασία κάθε φορά και δεν μπορεί, ακόμα, να μεταφέρει τις γνώσεις που παράγονται.

«Strong AI» ή αλλιώς «Ισχυρή Τεχνητή Νοημοσύνη», ικανή να εμφανίζει στοιχεία  ανθρώπινης νοημοσύνης και κοινής λογικής, και η οποία να μπορεί να θέσει τους δικούς της στόχους, δεν είναι ακόμα εφικτή.

Παρά τους φόβους που απεικονίζονται συχνά στον κινηματογράφο, η ιδέα μιας «υπερφυσικής» τεχνητής νοημοσύνης, ικανής να αυτονομείται και να κυριαρχεί ενδεχομένως πάνω στους ανθρώπους, παραμένει μια πιθανότητα που αυτή τη στιγμή φαντάζει χολιγουντιανό μόνο σενάριο.

Η ανάπτυξη συστημάτων ΑΙ που βασίζονται στη χρήση δεδομένων συνεπάγεται επίσης και απαιτεί την προσαρμογή των νομικών μας πλαισίων σχετικά με τη συλλογή, τη χρήση και την αποθήκευση τους.

Ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει πέρα από την ιδιωτικότητα, είναι η πιθανή παρεκτροπή στα δεδομένα - μέσω της προκατάληψης- που παρέχονται στα συστήματα AI. Οι μηχανικοί υπολογιστικών συστημάτων χρησιμοποιούν συχνά μία φράση: «σκουπίδια βάζεις στο σύστημα, σκουπίδια θα σου δώσει», με άλλα λόγια με ό,τι δεδομένα «φορτώσεις» το σύστημα, αντίστοιχης ποιότητας αποτελέσματα θα πάρεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρούμε τρόπο να παρακάμψουμε τη μεροληψία που υπάρχει σε καθένα από εμάς, γύρω από διάφορα θέματα, κάθε φορά που δίνουμε εντολή σε μία μηχανή τεχνητής νοημοσύνης γιατί εκείνη μετά θα αναπαράγει ή θα ενισχύσει τη μεροληψία μας στις αποφάσεις που θα λάβει.

Το βασικό φιλοσοφικό, εν πολλοίς, ζήτημα σήμερα παραμένει το επίπεδο αυτονομίας που δίνεται κάθε φορά στα  AI συστήματα για τη λήψη αποφάσεων που θα μπορούσαν να αλλάξουν τη ζωή μας, έχοντας πάντα κατά νου ότι τα συστήματα αυτά παρέχουν μόνο βοήθεια, ότι δεν καταλαβαίνουν τα καθήκοντα που εκτελούν και ότι δεν υπάρχει τρόπος να μάθουν πώς καταλήγουν στα συμπεράσματά τους.

Τα συστήματα AI θα επηρεάσουν την κοινωνία, και ιδίως την αγορά εργασίας, αλλά θα μπορούσαν ενδεχομένως να αυξήσουν και τις ανισότητες, χρειαζόμαστε γνώση, προσαρμογή, ευελιξία και πρόβλεψη. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος τις παραπάνω έννοιες είναι σίγουρο ότι θα αλλάξει.

 

Εν αρχή ην

Το 1936, ο αγγλικός μαθηματικός Alan Turing εισήγαγε την μηχανή Turing, ένα μοντέλο υπολογισμού που προκάλεσε την ανάπτυξη της πληροφορικής και των υπολογιστών. Το 1950, ο Turing δημοσίευσε μία μελέτη με τίτλο «Υπολογιστικά μηχανήματα και νοημοσύνη», η οποία συχνά αναφέρεται ως η αφετηρία της σύγχρονης τεχνητής νοημοσύνης, δηλαδή της ικανότητας μιας μηχανής να εμφανίζει ανθρώπινες δυνατότητες, όπως η συλλογιστική, η μάθηση, η δημιουργικότητα.

Τεχνητή Νοημοσύνη Συμβόλων – Symbolic AI

Η Τεχνητή Νοημοσύνη άρχισε να αναπτύσσεται στη δεκαετία του 1960 γύρω από την ιδέα ότι μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε τις έξυπνες ανθρώπινες συμπεριφορές ως μια ακολουθία λογικών κανόνων, που μεταγράφονται σε αλγόριθμους, τους οποίους οι μηχανές θα μπορούσαν να ακολουθήσουν για να εμφανίσουν και εκείνες μία «έξυπνη» συμπεριφορά. Οι πληροφορίες που δίνονταν στη μηχανή στη συνέχεια να μετατρέπονταν σε σύμβολα (γραφήματα, λογικούς τύπους) που ο υπολογιστής μπορούσε να χειριστεί χρησιμοποιώντας ένα σύνολο κανόνων.

Αυτή η προσέγγιση οδήγησε στο σχεδιασμό πληροφοριακών συστημάτων και συστημάτων γνώσης που αναπαράγουν τα γνωστικά βήματα ενός ανθρώπου για την επίλυση προβλημάτων. Ένα σύστημα γνώσης αποτελείται από μια βάση πληροφοριών που αντιπροσωπεύει τον πραγματικό κόσμο και από μια μηχανή συμπερασμάτων που εφαρμόζει ένα σύνολο λογικών κανόνων για την εξαγωγή νέων γνώσεων. Αυτά τα συστήματα είναι σε θέση να παρέχουν υποστήριξη σε μια μεγάλη γκάμα εργασιών, από τον έλεγχο της συμπεριφοράς ενός συστήματος μέχρι την παροχή διάγνωσης που χρειάζεται για τη λήψη μίας απόφασης ή την εκτίμηση μίας κατάστασης.  

Η αποτυχία της «συμβολικής» ΑΙ

Μετατρέποντας τη γνώση σε σύμβολα και καθορίζοντας όλους τους κανόνες που θα χρειαζόταν μια μηχανή για να εκτελέσει μία εντολή, προέκυψε μία ανυπέρβλητη απαίτηση. Οι προγραμματιστές θα έπρεπε να εξετάσουν όλες τις πιθανότητες που μπορεί να συναντούσε το μηχάνημα, ώστε όλα αυτά που απαιτούνται για τη λειτουργία του να περιγραφούν λεπτομερώς! Επιπλέον, για την εκπλήρωση της «απαίτησης» χρειαζόταν σημαντική υπολογιστική ισχύς κάτι που εκείνα τα πρώτα χρόνια έλειπε.

Παράλληλα, η έρευνα στις νευροεπιστήμες άρχισε να μας δείχνει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δούλευε με διαφορετικό τρόπο, από ό,τι είχε εκτιμηθεί και από ό,τι ακόμα και σήμερα γνωρίζουμε.

Αυτά τα νέα δεδομένα οδήγησαν στην αποδυνάμωση του αρχικού ενθουσιασμού για την τεχνητή νοημοσύνη και κατ’ επέκταση στην μείωση της χρηματοδότησης των ερευνών.

Τα τέλη της δεκαετίας του 70 έως τα τέλη της δεκαετίας του 80, είναι η εποχή των παγετώνων για την ΑΙ.  

Το 1997  όμως, η νίκη του υπερυπολογιστή Deep Blue επί του Γκάρι Κασπάροφ στο σκάκι, πυροδότησε ξανά το ενδιαφέρον. Ο Deep Blue βασίστηκε σε έναν αλγόριθμο που αναλύει εκατομμύρια δυνατότητες ανά δευτερόλεπτο και επιλέγει την πιο ελπιδοφόρα κίνηση, υποστηριζόμενος από μια τεχνική «ωμής δύναμης» με τεράστια υπολογιστική ισχύ που απλώς εμφανίστηκε εκείνη την περίοδο σαν νοημοσύνη χωρίς όμως, να είναι. Ήταν μία τεράστια και ακατέργαστη υπολογιστική υπερδύναμη.

Κάτι νέο, όμως, ήταν απαραίτητο για την περαιτέρω ανάπτυξη της AI, κάτι διαφορετικό και πιο σύνθετο.

 

Τεχνητή νοημοσύνη με γνώμονα τα δεδομένα – data driven AI

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ένα νέο κύμα AI θα προέκυπτε από το συνδυασμό δύο στοιχείων: αλγόριθμοι που επιτρέπουν στις μηχανές να μάθουν και μεγάλη ποσότητα δεδομένων που παράγονται από την ανάπτυξη του ψηφιακού κόσμου, από εμάς, τους ανθρώπους.

Τεχνικές μηχανικής μάθησης – Machine learning

Η μάθηση είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νοημοσύνης. Στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, η μάθηση νοείται ως η ικανότητα χρήσης της εμπειρίας μέσα από τα δεδομένα, για τη βελτίωση της γνωστικής συμπεριφοράς της.

Η νευροεπιστήμη έχει δείξει ότι οι ανθρώπινες νοητικές ικανότητες βασίζονται στην ενεργοποίηση σύνθετων δικτύων νευρώνων στον εγκέφαλο μας. Αυτά τα νευρωνικά δίκτυα είναι σε θέση να αποθηκεύουν πληροφορίες και γνώσεις και κατά συνέπεια να παρέχουν τις ικανότητες μάθησης.

Εμπνευσμένοι από αυτή τη διαδικασία, οι προγραμματιστές δημιούργησαν τεχνητά νευρωνικά δίκτυα (ANN). Σε ένα ANN, ένας μεγάλος αριθμός μονάδων (τεχνητοί νευρώνες) συνδέονται μεταξύ τους για να δημιουργήσουν ένα πολύπλοκο δίκτυο αλληλεπιδράσεων με διαφορετικά επίπεδα. Όταν δοθεί ένα σήμα εισόδου, ένα δεδομένο, το δίκτυο παράγει ένα σήμα εξόδου που προκύπτει από τις αλληλεπιδράσεις στους τεχνητούς νευρώνες. Η βασική πτυχή του ANN είναι ότι το πρόγραμμα είναι σε θέση να τροποποιήσει τις αλληλεπιδράσεις στο δίκτυο, έως ότου παράξει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, παρέχοντας στις μηχανές τη δυνατότητα να εκπαιδεύονται και να μαθαίνουν.

Οι γνώσεις του ANN αποθηκεύονται στο ίδιο το δίκτυο, με παρόμοιο τρόπο με εκείνο της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Πολλαπλασιάζοντας τα στρώματα του   ANN και με τη σύζευξη διαφορετικών τεχνικών μηχανικής μάθησης, οδηγηθήκαμε σε αυτό που είναι γνωστό ως «βαθιά μάθηση» - deep learning.

Λόγω, της μεγάλης ποσότητας δεδομένων που υπάρχει πλέον και που συνεχώς διογκώνεται, αυτή η νέα γενιά τεχνητής νοημοσύνης αναφέρεται ως ΑΙ που βασίζεται στα δεδομένα – data driven AI.

Αυτή η νέα γενιά ΑΙ έχει απόλυτη ανάγκη τα δεδομένα. Τα δικά μας δεδομένα.

Αν πχ θέλουμε να «διδάξουμε» μία μηχανή να αναγνωρίζει εικόνες με γάτες, η μηχανή τροφοδοτείται με χιλιάδες φωτογραφίες, συμπεριλαμβανομένων φωτογραφιών με γάτες και μη. Κάθε φορά που μια φωτογραφία παρουσιάζεται σαν μια είσοδος νέου δεδομένου στο δίκτυο, θα παρέχει μια έξοδο που θα είναι: «γάτα» ή «μη γάτα». Εάν, η έξοδος του αποτελέσματος είναι σωστή, το δίκτυο θα ενισχύσει τις εσωτερικές του αλληλεπιδράσεις. Εάν, η έξοδος είναι λανθασμένη, θα πρέπει να τροποποιήσει τις αλληλεπιδράσεις του για να λάβει υπόψη τις σωστές πληροφορίες. Μετά την ανάλυση εκατοντάδων χιλιάδων εικόνων, οι αλληλεπιδράσεις του ANN θα δώσουν τη δυνατότητα στο πρόγραμμα να είναι σε θέση να αναγνωρίζει σωστά τις εικόνες με γάτες.

Εποπτευόμενη ή μη μηχανική μάθηση

Η μηχανική μάθηση μπορεί να επιβλέπεται ή όχι (supervised not supervised).

Στην περίπτωση της εποπτευόμενης μάθησης, η μηχανή εκπαιδεύεται για να πραγματοποιήσει μια συγκεκριμένη εργασία, όπως πχ να αναγνωρίσει τις γάτες στις εικόνες. Αυτό απαιτεί την τροφοδότηση του συστήματος όπως ελέχθη, με μία μεγάλη ποσότητα δεδομένων, χιλιάδων εικόνων, που περιέχουν γάτες ή όχι.

Η εποπτευόμενη μάθηση υπονοεί, επίσης, ότι το μηχάνημα ελέγχεται για να διαπιστωθεί εάν δίνει τη σωστή απάντηση για κάθε εικόνα που αναλύει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Η εποπτευόμενη μάθηση χρησιμοποιείται κυρίως για εργασίες που απαιτούν την ταξινόμηση των πληροφοριών.

Από την άλλη, στη μη επιτηρούμενη εκπαίδευση, δεν δίνεται κανένα στοιχείο από πριν και τα δεδομένα παραμένουν χωρίς επισήμανση πχ γάτα ή μη γάτα. Το πρόγραμμα είναι ελεύθερο να βρει τις δικές τους συσχετίσεις στα δεδομένα, αν είναι γάτα δηλαδή μία φωτογραφία ή όχι. Μαθαίνοντας από τα δεδομένα, το μηχάνημα θα δημιουργήσει δικά του συμπλέγματα μέσα από τα παρεχόμενα δεδομένα και προσφέροντας άπειρους συσχετισμούς με βάση τα δεδομένα.

 

Η βασική πτυχή της μάθησης μηχανών

Η ικανότητα εκμάθησης των μηχανών βασίζεται στην ικανότητα του αλγορίθμου να βρει στατιστικά στοιχεία και συσχετίσεις στα δεδομένα που αναλύει.

Στο παράδειγμα των εικόνων γάτας, το πρόγραμμα αποσυνθέτει τα δεδομένα -δηλαδή την κάθε εικόνα - σε μια σειρά μεταβλητών. Η εκπαίδευση των νευρωνικών δικτύων θα επιλέξει προοδευτικά τις μεταβλητές που συσχετίζονται καλύτερα με τις εικόνες που συνιστούν μία γάτα.

Η συμβολική προσέγγιση που είδαμε προηγουμένως (Symbolic AI), θα έπρεπε πρώτα να δώσει την εξήγηση σε ένα πρόγραμμα για το τι είναι μια γάτα, έτσι ώστε να μπορεί εκείνο μετά να αναγνωρίσει την εικόνα της. Αυτό θα συνεπαγόταν τον προγραμματισμό της μηχανής, ώστε να καταλάβει κάθε φορά ξεχωριστά ποιο είναι το πόδι, ποια είναι η ουρά, το τρίχωμα κλπ με ακρίβεια.

Επομένως, η συμβολική πρώιμη AI, θα καθιστούσε αυτό το καθήκον τόσο περίπλοκο και απαιτητικό σε υπολογιστική ισχύ και χρόνο, και άρα απρόσφορο ως μέθοδο.

Οι σύγχρονες τεχνικές εκμάθησης μηχανών παρακάμπτουν αυτά τα εμπόδια χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα των μηχανών να αναλύουν τεράστιες ποσότητες δεδομένων για να βρουν στατιστικούς συσχετισμούς (ένα καθήκον στο οποίο το ανθρώπινο μυαλό δεν υπερέχει). Το πλεονέκτημα της AI είναι ότι οι μηχανές μπορούν να εκτελέσουν εργασίες που θα ήταν αδύνατες ή πολύ περίπλοκες.

Ωστόσο, ένα θεμελιώδες γνώρισμα των τεχνικών μάθησης μηχανών είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε πώς η μηχανή φτάνει στο συμπέρασμα της και πώς λαμβάνει την απόφασή της σε μια δεδομένη εργασία. Στο παράδειγμα των εικόνων της γάτας, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ποιες μεταβλητές χρησιμοποιεί το πρόγραμμα στην περιγραφή μιας εικόνας για να αποφασίσει, αν η εικόνα περιέχει μια γάτα ή όχι.

Στην πρώιμη συμβολική AI, η έννοια της «επεξήγησης», η ικανότητα να εξηγεί ένα σύστημα πώς κατέληξε στο συμπέρασμα του, ήταν κεντρική.

Η «εξήγηση» όμως, σήμερα δεν έχει τόση σημασία. Μόνο το αποτέλεσμα μετράει: τι μπορεί να κάνει μια μηχανή, όχι πώς το κάνει. Αυτό θέτει το ερώτημα του κατά πόσον τα συστήματα που βασίζονται σε δεδομένα πραγματικά κάνουν ό, τι αναμένεται από αυτά. Με τον ίδιο τρόπο που οι νευρολόγοι διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος, με τον ίδιο οι προγραμματιστές εξετάζουν πώς τα συστήματα ΑΙ προχωρούν στο να λάβουν τις αποφάσεις τους.

 

Εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης με βάση τα δεδομένα

Η ΑΙ είναι παντού γύρω μας. Στην καθημερινότητα μας συνέχεια και ας μην το φανταζόμαστε ή το υποψιαζόμαστε.

Η εκμάθηση των μηχανών οδήγησε σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών σε διάφορους τομείς:

 Αυτόματη μετάφραση, που παρέχεται για παράδειγμα από το Google Translate, DeepL ή SYSTRAN.

 Αναγνώριση ομιλίας και ερμηνεία μαζί, όπως το παράδειγμα μεταξύ αγγλικών και κινέζικων που παρουσιάστηκε το Νοέμβριο του 2012 από τη  Microsoft.

 Συστήματα αναγνώρισης προσώπων που χρησιμοποιούνται σε δικαστικές έρευνες ή για ξεκλείδωμα ενός smartphone.

 Μηχανές που παίζουν παιχνίδια: από την επιτυχία του Deep Blue στο σκάκι, στο IBM Watson που κερδίζει το Jeopardy ή το πόκερ του DeepStack. Η νίκη στο AlphaGo από το DeepMind της Google εναντίον του παγκόσμιου πρωταθλητή Lee Sedol τον Μάρτιο του 2016, αποτέλεσε μία ιστορική καμπή, καθώς το μηχάνημα έδειξε σημάδια για αυτό που αναφέρουν οι σχολιαστές ως δημιουργικότητα.

 Αυτό-οδήγηση οχημάτων: εξοπλισμένο με αισθητήρες και με όπλο την ανάλυση των gigabytes των δεδομένων και των πληροφοριών που λαμβάνει ανά δευτερόλεπτο, η νέα γενιά αυτοματοποιημένων οχημάτων συνδυάζει διαφορετικά συστήματα AI (Tesla, Waymo)

 Ιατρική διάγνωση: Η ΑΙ μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να διαπιστώσουν ή να επιβεβαιώσουν μια διάγνωση (Human Dx).

 Στρατιωτικά Ρομπότ: επικίνδυνα αυτόνομα συστήματα όπλων είναι σε θέση να επιλέξουν και να βάλουν εναντίον στόχων με μικρή ή καθόλου ανθρώπινη παρέμβαση…

 «Μηχανές Eureka» που υποστηρίζουν τη διαδικασία δημιουργικότητας για την παραγωγή νέων εφευρέσεων (βοήθεια στο σχεδιασμό νέων αντικειμένων και υλικών), βελτιστοποίηση υφιστάμενων λύσεων ή εύρεση νέων λύσεων σε προβλήματα χωρίς προκαταλήψεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον άνθρωπο δημιουργικότητα. Αυτά τα μηχανήματα δημιουργούν επίσης νέες συνταγές (Chef Watson) ή μπορούν να βοηθήσουν μαθηματικούς να ερευνήσουν νέους τομείς μαθηματικών.

 Καλλιτεχνική AI, ικανή να γράφουν ιστορίες ή να δημιουργούν έργα τέχνης όπως πίνακες ζωγραφικής (The Fooling Painting) ή μουσικές συνθέσεις (Aiva).

Τα συστήματα AI χρησιμοποιούνται επίσης για την άμεση εξυπηρέτηση μας, όπως οι  προσωπικοί βοηθοί (Siri, Sally), κλπ.

 

Διάφοροι περιορισμοί και το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης

Περιορισμένη ή αδύναμη ΑΙ – Narrow/ weak AI

Ως περιορισμένη ΑI αναφέρεται η τεχνητή νοημοσύνη που βασιζόμενη στα δεδομένα, μπορεί να κάνει πολύ καλά μία μόνο εργασία: να αναγνωρίσει πχ γάτες και να τις ξεχωρίσει από τις αγελάδες, να παίξει σκάκι και όχι πόκερ,  να εφεύρει μια συνταγή και όχι να συνθέσει μουσική.

Η ουσία είναι ότι οι δεξιότητες που μπορούν να αποκτήσουν αυτές οι μηχανές για να εκτελέσουν μια εργασία δεν είναι μεταβιβάσιμες σε μια άλλη εργασία, κάτι που συνιστά μια σημαντική πτυχή της ανθρώπινης νοημοσύνης.

Η AI που βασίζεται σε χρήση δεδομένων, μπορεί να θεωρηθεί ως μια νέα μορφή νοημοσύνης, διαφορετική από αυτή του ανθρώπινου εγκεφάλου, που επιτρέπει στις μηχανές να εκτελούν καθήκοντα, όπως και οι άνθρωποι, αλλά πολύ γρηγορότερα. Χρησιμοποιώντας στατιστική συσχέτιση προερχόμενη από μια τεράστια ποσότητα δεδομένων, τα μηχανήματα είναι σε θέση να εκτελούν εργασίες που απαιτούν ευφυΐα όταν εκτελούνται από τον άνθρωπο. Ωστόσο, οι μηχανές το κάνουν με μη ανθρώπινες μεθόδους.

Ένας βασικός περιορισμός της ΑΙ είναι ότι δεν διαθέτει κοινή λογική και βούληση. Δεν είναι ακόμα δυνατό για τα μηχανήματα να καταλάβουν τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια σε μια αλληλουχία από εικόνες, ούτε να κατανοήσουν το ευρύτερο πλαίσιο μιας σκηνής σε μια εικόνα. Αυτή η ικανότητα κατανόησης των «κανόνων του κόσμου», αποτελεί μία βασική ικανότητα του ανθρώπου που αναπτύσσεται σε νεαρή ηλικία, και είναι αυτό που λέμε με απλά λόγια «κοινή λογική». Τα μηχανήματα δεν έχουν κοινή λογική και δεν κατανοούν τι συνιστά τη λειτουργία ενός αντικειμένου, σε τι χρησιμεύει κλπ.

Η μη εποπτευόμενη μάθηση (unsupervised) μπορεί να φέρει τις μηχανές πιο κοντά στην απόκτηση κοινής λογικής, αλλά και στην εκμάθηση του τρόπου διαχείρισης της αβεβαιότητας. Η μη εποπτευόμενη μάθηση χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο, ώστε οι μηχανές να μάθουν τα καθήκοντα τους χωρίς να τα διδάσκονται: να μάθουν να παίζουν, δηλαδή, παιχνίδια παρακολουθώντας τα απλώς.

Επίσης, οι μηχανές ΑΙ παραμένουν ακόμα ανίκανες να μοιραστούν ένα στόχο, έναν σκοπό με έναν άνθρωπο. Είναι προγραμματισμένες να εκτελούν μια εργασία που μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να επιτύχουν ένα στόχο, αλλά δεν μπορούν να μοιραστούν αυτόν τον στόχο ως νόημα, ως αξία ή να τον κατανοήσουν.

Ένα αυτόνομο αυτοκίνητο είναι ένα εργαλείο για να φτάσει κάποιος από το σημείο Α στο σημείο Β, δεν μπορεί μοιραστεί το στόχο, όμως, ενός επιβάτη να ακολουθήσει τη διαδρομή που προσφέρει τα καλύτερα αξιοθέατα.

Οι μηχανές δεν μοιράζονται την σκοπιμότητα με τον χειριστή τους. Είναι εργαλεία που δεν μπορούν να συνεργαστούν, ανεξάρτητα από το πόσο έξυπνα εμφανίζονται,  αλλά να αλληλεπιδράσουν. Αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υπό εκκόλαψη σχέση μεταξύ ανθρώπων και συστημάτων ΑΙ. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι σε θέση να αναλάβουν τον έλεγχο και να διορθώσουν το σύστημα όταν εμφανιστεί κάτι απρόσμενο ή όταν υπάρξει ανάγκη.

 

Τεχνητή Γενική Νοημοσύνη: στο δρόμο για την «ισχυρή Τεχνητή Νοημοσύνη»

Η αρχική αναζήτηση της ΑΙ ήταν να δημιουργηθούν μηχανές που θα μπορούσαν να εμφανίσουν το ίδιο επίπεδο νοημοσύνης με τον άνθρωπο. Αυτό σήμερα αναφέρεται ως Τεχνητή Γενική Νοημοσύνη ή «ισχυρή ΑΙ»- strong AI.

Η ισχυρή AI σημαίνει ότι τα μηχανήματα θα εκτελούν διαφορετικά καθήκοντα και όχι μόνο τα προκαθορισμένα, θα δείχνουν σημάδια κοινής λογικής, δημιουργικότητα, ενδεχομένως συναισθήματα ή ακόμα και συνείδηση. Πολύ πιθανό να θέσουν και τους δικούς τους στόχους.

Μια προέκταση του μέλλοντος της ΑΙ θα δώσει τη δυνατότητα στη μηχανή να αυτοβελτιώνεται, οδηγώντας σε μια εκθετική αύξηση της ευφυΐας τους.

Υπεροψία εκ μέρους τους και υπερβολή θα πει κανείς. Μια τέτοια υπερβολή, που θα ξεπερνούσε θεωρητικά την ανθρώπινη νοημοσύνη, θα οδηγούσε σε αυτό που ονομάζεται «τεχνολογική ιδιαιτερότητα» - singularity. Το δυστοπικό σενάριο του «Εξολοθρευτή» να βρεθούν, δηλαδή, οι άνθρωποι στο έλεος των μηχανών.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η ανθρώπινη νοημοσύνη διαθέτει ένα δεδομένο σημείο πέρα από το οποίο είναι δυνατή η υπερίσχυση μόνο της «νοημοσύνης» των μηχανών. Η εμφάνιση ενός υψηλότερου επιπέδου νοημοσύνης σημαίνει περισσότερα από το να σκέφτεσαι γρήγορα. Πολλά από τα σημερινά πολύπλοκα ζητήματα δεν θα επιλυθούν με μια εκθετική βελτίωση των υπολογιστικών ικανοτήτων των μηχανών, αλλά μόνο από τον άνθρωπο.

 

Οι προκλήσεις της ΑΙ

Η ποιότητα και η ιδιωτικότητα των δεδομένων

Προκειμένου, να λειτουργούν αποτελεσματικά τα συστήματα εφοδιασμένα με ΑΙ, είναι απαραίτητη, όπως είδαμε, η τροφοδότηση τους με μία πολύ μεγάλη ποσότητα δεδομένων.

Η διασφάλιση ότι η συλλογή, η πρόσβαση, η χρήση και η αποθήκευση δεδομένων για εφαρμογές AI δεν θα απειλήσουν την προστασία της ιδιωτικής ζωής των χρηστών, είναι μια από τις σύγχρονες και πιο σημαντικές προκλήσεις της AI.

Ωστόσο, ένα άλλο θέμα εξίσου σοβαρό θέμα αφορά στην ποιότητα των δεδομένων. Η ανεπαίσθητη πολλές φορές μεροληψία στα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των συστημάτων ΑΙ, μπορεί να οδηγήσει σε μία ανεπιθύμητη προκατάληψη ως προς το φύλο ή τη φυλή πχ στις αποφάσεις που λαμβάνει ένα σύστημα.

Έχει παρατηρηθεί ότι τα συστήματα ΑΙ εμφανίζουν μεροληπτική στάση, ανάλογα με τα δεδομένα που τους δοθούν. Τα συστήματα μηχανικής μάθησης όχι μόνο «μαθαίνουν» και μιμούνται τις προκαταλήψεις από τα δεδομένα με τα οποία εμείς τα τροφοδοτούμε, αλλά μπορούν να ενισχύσουν αυτή τη μεροληψία και την ανισότητα στις αποφάσεις που λαμβάνουν!

Πρέπει να διασφαλιστεί η ποιότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων, να αποφευχθεί η μεροληψία και να διασφαλιστεί ότι το πρόγραμμα δεν θα λαμβάνει υπόψη τυχόν προκαταλήψεις φύλου, φυλής κλπ.  Αυτό συνιστά μία τεράστια ζωτικής σημασίας πρόκληση για την ΑΙ.

Αυτόνομη λήψη αποφάσεων

Το μεγαλύτερο ζήτημα ως προς την ΑΙ, είναι η θεωρητική δυνατότητα της να μπορεί να λαμβάνει αυτόνομες αποφάσεις. Σήμερα, αυτή η πιθανότητα φαίνεται ακόμα μακρινή, αλλά όχι τελείως ανέφικτη.

Η ΑΙ παραμένει ένα εργαλείο που εκτελεί εντολές υποβοηθητικές για τον άνθρωπο.

Μπορεί να είμαστε ακόμα στην εποχή της μειωμένης τεχνητής νοημοσύνης, αλλά είναι πολύ πιθανό στο μέλλον τα συστήματα ΑΙ να κατανοούν τι και γιατί το εκτελούν.

Ως εκ τούτου και επειδή η πρόληψη είναι η καλύτερη μέθοδος οργάνωσης, ένα ρυθμιστικό πλαίσιο για τον έλεγχο των αλγορίθμων και τον αντίκτυπό τους είναι απαραίτητο, προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενοι κίνδυνοι για την ιδιωτική ζωή και την αυτονομία του ανθρώπου. Είναι πολύ σημαντικό να αντισταθούμε στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουμε τα συστήματα AI προτού προσαρμοστεί κατάλληλα το νομικό μας πλαίσιο.

Αντίκτυπος της τεχνητής νοημοσύνης στην αγορά εργασίας

Για το μείζον αυτό ζήτημα που κατά καιρούς δαιμονοποιείται πότε αδίκως και πότε δικαίως, το ΔΙΚΤΥΟ έχει παρουσιάσει τις εκτιμήσεις επιστημόνων και ειδικών που κυριαρχούν σήμερα στον παγκόσμιο διάλογο.

Η πρόσφατη πρόοδος στην ΑΙ και η ανάπτυξη της ρομποτικής δημιουργεί φόβους, όσον αφορά στην εξέλιξη της αγοράς εργασίας, καθώς αρκετές θέσεις απασχόλησης φαίνεται να διατρέχουν όλο και περισσότερο κίνδυνο από την αυτοματοποίηση των επόμενων δεκαετιών.

Οι ερευνητές της AI εκτιμούν πιθανή την πλήρη αυτοματοποίηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε περίπου 120 χρόνια από τώρα. Η αυτοματοποίηση της εργασίας εξαρτάται βέβαια και από τον τύπο της εργασίας και από τις απαιτούμενες δεξιότητες.

Σε κάθε περίπτωση ο απόλυτος αυτοματισμός δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Εκείνο που θα δούμε, όμως, να αναπτύσσεται ραγδαία τα επόμενα χρόνια, είναι η προσαρμογή σχεδόν κάθε επαγγέλματος στη νέα εποχή. Η σύζευξη ανθρώπου και μηχανής. Η αλληλεπίδραση. Και αυτό συνιστά μία προσαρμογή που απαιτεί αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης και της διά βίου μάθησης. Τα παιδιά μαζί με Ιστορία θα πρέπει να μαθαίνουν και κώδικα προγραμματισμού…

Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και η αύξηση της ανισότητας

Πέραν των επιπτώσεων στην αγορά εργασίας, έντονες είναι οι συζητήσεις σχετικά και με τον αντίκτυπο των συστημάτων AI στην κοινωνική ανισότητα. Ορισμένοι προβλέπουν ότι η αυτοματοποίηση των θέσεων εργασίας θα μειώσει τη δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας και θα ωφελήσει τους πλουσιότερους, οι οποίοι θα μπορούν να προσαρμοστούν καλύτερα στην αλλαγή. Τα εργαλεία AI μπορούν να αναδιαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο παράγεται ο πλούτος και να μεταβάλλουν την παγκόσμια ισορροπία εξουσίας, οδηγώντας σε περαιτέρω ανισότητες.

Άλλοι υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι η AI έχει μεγάλη δυνατότητα αναδιανομής του πλούτου και ότι μπορεί να αποφευχθεί το σενάριο της συγκέντρωσης πλούτου σε λίγους.
Το ζήτημα της ΑΙ και της πιθανής ανισότητας συζητείται επί του παρόντος σε διεθνή φόρα, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και ο ΟΟΣΑ με μεγάλη προσοχή.

 

Ρυθμιστικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης

Η κανονιστική πλαισίωση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης

Η συζήτηση είναι παγκόσμια και οι προεκτάσεις της διεθνείς. Εδώ θα εντοπίσουμε στο ευρωπαϊκό σκέλος της ρυθμιστικής προσαρμογής στα νέα ζητήματα που ανακύπτουν με την ΑΙ.

Το νομικό πλαίσιο της ΕΕ σχετικά με τα δεδομένα, τους αλγόριθμους και τα ρομπότ είναι σαφές ότι πρέπει να εμπλουτιστεί και  να τροποποιηθεί. Τον Απρίλιο του 2016, το Ευρωκοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ενέκριναν κανονισμό για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

Μία σημαντική πτυχή του κανονισμού είναι ότι: Ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων εφαρμόζει κατάλληλα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και των έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων.

Αυτός ο κανονισμός οδήγησε κατόπιν στην έκδοση κατευθυντήριων γραμμών για την αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, τον Οκτώβριο του 2017. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές απαιτούν από τους υπεύθυνους επεξεργασίας δεδομένων να βρίσκουν απλούς τρόπους να ενημερώσουν το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με το σκεπτικό ή τα κριτήρια πάνω στα οποία βασίστηκε η χρήση των αλγόριθμων. Με απλά λόγια, οι προγραμματιστές θα πρέπει να εξηγούν κατανοητά τι και γιατί το κάνουν κάθε φορά που θα τους ζητείται.

Μία σημαντική στιγμή για την ευρωπαϊκή έννομη τάξη είναι η έγκριση του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Φεβρουάριο του 2017, σχετικά με τους κανόνες και τη νομοθεσία για τη ρομποτική. Το Κοινοβούλιο κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διαμορφώσει τους ορισμούς της νέας κατηγορίας των έξυπνων ρομπότ. Το ψήφισμα υποστηρίζει ότι το νομικό πλαίσιο της Ένωσης για τη ρομποτική και την ΑΙ πρέπει να επικαιροποιηθεί  και να συμπληρωθεί με κατάλληλες αρχές δεοντολογίας. Το Κοινοβούλιο υπογράμμισε, επίσης, την αρχή της διαφάνειας, ζητώντας να υπάρχει πάντα η δυνατότητα αιτιολόγησης κάθε απόφασης που λαμβάνεται με τη βοήθεια της AI και που δύναται να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στη ζωή ενός ή περισσοτέρων ατόμων. Το ΕΚ, ζητά, τη σύσταση ενός ευρωπαϊκού οργανισμού για τη ρομποτική και την Τεχνητή Νοημοσύνη, που θα παράσχει υποστήριξη σε αυτά τα θέματα.

Τέλος, στο ψήφισμα γίνεται ειδική αναφορά στα θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας κλπ.

Η μείζονα πρόκληση σήμερα δεν είναι η ενδυνάμωση της ΑΙ. Αυτό έχει δρομολογηθεί ανεπιστρεπτί. Η πρόκληση είναι η δημιουργία του ρυθμιστικού πλαισίου που θα οδηγήσει με ασφάλεια και όραμα την ανθρωπότητα σε δρόμους που έχει πάει μόνο η φαντασία μας.

 

Μελέτη: Η Ευρώπη απέναντι στη διπλή πρόκληση της λειτουργικότητας και της δημοκρατίας

Η Ευρώπη απέναντι στη διπλή πρόκληση της λειτουργικότητας και της ενίσχυσης της δημοκρατικής και ισότιμης συμμετοχής των Κρατών Μελών, είναι ο τίτλος του νέου policy paper του διευθυντή του Δικτύου Γιάννη Μαστρογεωργίου. 

Εισαγωγή

Η εξέλιξη της δομής, αλλά και της φιλοσοφίας της λειτουργίας της ΕΕ ως πολιτικό σύστημα και ειδικότερα της ΟΝΕ, προϋποθέτει μία αναγκαία διασαφήνιση ως προς τους στόχους της εξέλιξης. Πρόκειται απλώς για μια τυπική διαδικασία μεταρρύθμισης του παρόντος συστήματος αφήνοντας ανέγγιχτη τη λογική της Κοινότητας και τη λεπτή ισορροπία μεταξύ συμφερόντων και ισχύος; Ή πρόκειται για μία φιλόδοξη ιδέα μεταμόρφωσης της Ένωσης σε μία πραγματική κοινοβουλευτική ένωση, με μία εκτελεστική εξουσία υπόλογη στο Κοινοβούλιο ή ακόμα και σε ένα Προεδρικό σύστημα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και με έναν σαφή διαχωρισμό των εξουσιών;

Και ενώ η πολιτική εναλλαγή ως έννοια και ως ουσία άσκησης της πολιτικής και της δημοκρατίας, είναι εκ των ων ουκ άνευ συστατικό των εγχώριων συστημάτων των Κρατών Μελών, σε υπερεθνικό επίπεδο αυτή η έννοια δεν υφίσταται. Η έμφαση στο «λειτουργισμό» ως ανέκαθεν πυρήνα της ιδέας της ΕΕ, υπερισχύει της απαίτησης για πραγματικές Ευρωπαϊκές εκλογές.

Η μεταρρύθμιση της ΕΕ πρέπει να συμπεριλάβει μία ανακατανομή των εξουσιών, ώστε να οδηγήσει σε μία νέα θεσμική δομή που θα απαντά σε δύο βασικές προκλήσεις: τη δημιουργία μίας διακριτής και υπεύθυνης πολιτικής ηγεσίας και στη δημοκρατική νομιμοποίηση των ευρωπαϊκών αποφάσεων τόσο από τα εθνικά κοινοβούλια όσο και από το Ευρωκοινοβούλιο, που θα ενθαρρύνει τους πολίτες να αγκαλιάσουν πολιτικά και δημοκρατικά τα θέματα που αφορούν όλους μας.

Από την αρχή της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους η σημασία δόθηκε στην αποτροπή της διάλυσης της ΟΝΕ και της «στεγανοποίησης» όσο το δυνατόν καλύτερα απέναντι στους υπαρξιακούς κινδύνους που απειλούσαν αφενός την ΟΝΕ και αφετέρου την ίδια την ΕΕ. Η ανάγκη αυτή παραγκώνισε εν μέρει βασικές αξίες της Ένωσης, όπως η λογοδοσία και δεν έδωσε αντίστοιχη σημασία στη θεσμική εξέλιξη της ΕΕ.

Το 2012, η έκθεση του τότε προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Van Rompuy, για τη μεταρρύθμιση της ΟΝΕ, είχε αναδείξει το θέμα της δημοκρατικής λογοδοσίας ένα από τα τέσσερα δομικά στοιχεία του οδικού χάρτη που είχαν συμφωνήσει τότε οι 28 ηγέτες της Ένωσης. [1]

Είναι σημαντικό ότι παρόλη την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί στο πεδίο της οικονομικής αλληλεγγύης, του ελέγχου των δημοσιονομικών μεγεθών και των εθνικών προϋπολογισμών και της Τραπεζικής Ένωσης, το ερώτημα που αφορά το βάθος του δημοκρατικού ελλείμματος.

Εν συνεχεία, το 2015, η έκθεση των 5 Προέδρων, που παρουσιάστηκε στον Ευρωπαικό Συμβούλιο, ακολουθεί προσεκτικά τα βήματα της προηγούμενης έκθεσης και ορίζει την εξέλιξη της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας σε δύο φάσεις: την πρώτη έως το καλοκαίρι του 2017 μέσα από μέτρα άμεσης υλοποίησης και τη δεύτερη που σκοπό τη νέα δομή της ΟΝΕ μέχρι το 2015. [2]

Η πρωτοβουλία της ιδέας για την εξέλιξη της ΟΝΕ εντάσσεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Λευκής Βίβλου για το μέλλον της Ευρώπης, που δημοσιεύτηκε από την Επιτροπή το Μάρτιο του 2017 μαζί με ένα κείμενο ειδικού περιεχομένου που αφορούσε την εμβάθυνση της ΟΝΕ. [3]

Τα μείζονα ζητούμενα της πολιτικής ενδυνάμωσης της ΕΕ, της υπεύθυνης και λογοδοτούσας πολιτικής ηγεσίας της Ένωσης και της ΟΝΕ, βρέθηκαν για αρκετό διάστημα στο παρασκήνιο και όχι στο προσκήνιο του ευρωπαϊκού πολιτικού διαλόγου και λογισμού. Η έλλειψη διάθεσης από τα Κράτη Μέλη – εν μέρει επιβαλλόμενη από τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες στο εσωτερικό τους – φαίνεται ότι σταδιακά μεταστρέφεται. Η εκλογή του Εμ. Μακρόν στην Προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας που δήλωσε ότι η αλλαγή στην ΕΕ είναι προτεραιότητα του και οι επικουρικές σε αυτή τη βούληση δηλώσεις της Καγκελαρίου Μέρκελ, αλλά και του Προέδρου της Επιτροπής για μία ισχυρή ΟΝΕ, είναι δείγματα ενθαρρυντικής μεταστροφής. [4]

Με βάση τη συζήτηση που έχει προκύψει από τα θεσμικά κείμενα και τις πολιτικές πρωτοβουλίες των ηγετών της ΕΕ, το κείμενο του ΔΙΚΤΥΟΥ σκοπό έχει να παράσχει προτάσεις που θα βελτιώσουν.

[1] http://europa.eu/rapid/press-release_PRES-12-307_el.htm?locale=en

[2] http://europa.eu/rapid/press-release_IP-15-5240_el.htm

[3] https://ec.europa.eu/commission/white-paper-future-europe_el

[4] https://ec.europa.eu/commission/state-union-2017_el

Προδημοσίευση της νέας μελέτης του ΔΙΚΤΥΟΥ για την 4η Βιομηχανική Επανάσταση

Για την τρέχουσα ερευνητική περίοδο το ΔΙΚΤΥΟ έχει επικεντρώσει την προσοχή του στην ανάδειξη των επιπτώσεων και τις εξελίξεις γύρω από την Δ' Βιομηχανική Επανάσταση (με την πλήρη διάδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης) στην Οικονομία, την Εργασία, την Παραγωγή, τις ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις κλπ. Για το συγκεκριμένο θέμα το ΔΙΚΤΥΟ είχε ξεκινήσει από πέρσι κάποιες δράσεις, με την πρόσκληση στην Ελλάδα του πρ. αντιπροέδρου του twitter και ερευνητή του ΜΙΤ James Kondo, ο οποίος παρουσίασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τις εξελίξεις γύρω από την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. [δείτε εδώ και εδώ

Τις προσεχείς ημέρες θα κυκλοφορήσει εκτενέστερη μελέτη που εξέδωσε το ΔΙΚΤΥΟ και την οποία εκπόνησε ο διευθυντής του ΔΙΚΤΥΟΥ Γιάννης Μαστρογεωργίου με τίτλο "Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση - Κράτη, επιχειρήσεις, εκπαίδευση, και εργαζόμενοι μπροστά στις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης και του αυτοματισμού".

Το ΒΗΜΑ της Κυριακής 28/10 σε ολοσέλιδο ρεπορτάζ της Δ. Κρουστάλλη φιλοξένησε μια συνοπτική προδημοσίευση της συγκεκριμένης μελέτης με κάποια από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της. (Δείτε εδώ ολόκληρο το δημοσίευμα του Βήματος)

 

Ποτσδαμ 2017: «Το μέλλον της Ευρώπης περνά μέσα από τις παγκόσμιες προκλήσεις»

Το Δίκτυο συμμετείχε για δεύτερη συνεχή χρονιά στο Ετήσιο Συνέδριο «M100 Sanssouci Colloquium» που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στο Ποτσδαμ της Γερμανίας, με στόχο να ενδυναμώνει τους δημοκρατικούς θεσμούς, την πολυφωνία και ελευθερία του λόγου μέσα από τον διάλογο μεταξύ εκπροσώπων ΜΜΕ και πολιτειακών παραγόντων. Η φετινή συνεδρίαση είχε τίτλο «Δημοκρατία ή Απολυταρχία; Η αναγέννηση στων σκοτεινών δυνάμεων» και το ΔΙΚΤΥΟ εκπροσώπησε ο διευθυντής Γιάννης Μαστρογεωργίου.

Η συζήτηση στην οποία συμμετείχαν ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, αναλυτές από χώρες της ΕΕ, έγινε στον απόηχο της χθεσινής ομιλίας του προέδρου Γιούνκερ για το μέλλον της ΕΕ.

Στις παρεμβάσεις έγιναν εκτενείς αναφορές στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση. Ο διάλογος έφερε στο φως απόψεις με μεγάλο εύρος μεταξύ τους. Από την πιθανή αναστολή του Brexit έως την ιδέα μίας ευέλικτης ένωσης και των σχέσεων με τη Ρωσία

Είναι εμφανής η παράλληλη βούληση προς την ενίσχυση των 27 κρατών-μελών αλλά και ο προβληματισμός για το μέλλον της Ευρώπης.

Ο κ. Μαστρογεωργίου, σύμφωνα και με όσα έχει υπογραμμίσει εδώ και καιρό το Δίκτυο σε δημοσιεύσεις του, επανέλαβε ότι πέρα από τα σχέδια της Ένωσης και του Προέδρου Γιούνκερ, υπάρχουν 3 παγκόσμιες και ισχυρές δυνάμεις αλλαγής, που η Ένωση πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της:

  1. Η δημογραφική εξέλιξη και η τάση μετανάστευσης.
  2. Η επανάσταση της τεχνολογίας, ο αυτοματισμός και ο τρόπος επηρεασμού της απασχόλησης.
  3. Η Επιφυλακτικότητα μεγάλου μέρους του πληθυσμού απέναντι στις νέες τάσεις της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από την ισχυροποίηση ξενοφοβικών και εσωστρεφών κομμάτων.

 

4η Βιομηχανική Επανάσταση: «το μέλλον μπαίνει…στον αυτόματο»

Ομιλία του διευθυντή του ΔΙΚΤΥΟΥ Γιάννη Μαστρογεωργίου στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών  "Η Ελλάδα Μετά" που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα 12-13 Ιουνίου 2017 και συγκεκριμένα στο στρογγυλό τραπέζι με θέμα "Το διανοητικό κεφάλαιο υπό συνθήκες 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης"

Οι ευκαιρίες, οι γκρίζες ζώνες και οι προεκτάσεις της 4ης βιομηχανικής επανάστασης

Α) Η νέα εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης

Αν έδινα έναν τίτλο σήμερα αυτός θα ήταν «το μέλλον μπαίνει…στον αυτόματο»

Η λεγόμενη 4η βιομηχανική επανάσταση έχει ως πυρήνα της τον συνδυασμό της δύναμης της αυτο-εκπαίδευσης των ίδιων των μηχανών (Machine Learning), της επιστήμης των Δεδομένων (Data Science) και της Τεχνητής Νοημοσύνης (Αrtificial Intelligence) που αθροιστικά δημιουργούν τεράστιες προκλήσεις και ευκαιρίες.

Η τεχνητή νοημοσύνη όχι μόνο θα μεταλλάξει την βιομηχανία, αλλά θα δοκιμάσει τις κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές σχέσεις, και θα επαναχαράξει τη σχέση ανθρώπου – μηχανής· μία σχέση που θα είναι περίπλοκη, καθώς δεν θα φέρει μόνο την αντικατάσταση του πρώτου από τα ρομπότ, αλλά και την συνεργασία μεταξύ τους. Και αυτή η εξέλιξη ανοίγει έναν τεράστιο ορίζοντα φιλοσοφικών, κοινωνικών σχέσεων που θα εξεταστούν υπό νέο πρίσμα.

Με το καλημέρα, όμως, αρχίζουν μεθοδολογικά και τεχνικά προβλήματα.

Τα οικονομικά τα στοιχειώνουν πολλές φορές πλάνες ισχυρότερες από άλλες επιστήμες. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας δύο παραγόντων:

  • Των ομάδων συμφερόντων
  • και της επίμονης τάσης των ανθρώπων να βλέπουν μόνο τα άμεσα αποτελέσματα μίας πολιτικής ή τα αποτελέσματα σε μία μόνο ομάδα.

Αυτή είναι η λεγόμενη «πλάνη της παράβλεψης των δευτερογενών επιπτώσεων». Αυτό συμβαίνει πλέον και με τη λεγόμενη 4η βιομηχανική επανάσταση και τις επιπτώσεις της στην απασχόληση, την παραγωγικότητα, το ανθρώπινο κεφάλαιο κλπ.

Κάποιοι βλέπουν τις μακροχρόνιες συνέπειες στην αγορά εργασίας, τον τρόπο σύνδεσης και επαφής ανθρώπου και μηχανής αλλά παραβλέπουν τις άμεσες συνέπειες. Ενώ άλλοι ελαχιστοποιούν τις άμεσες.

Η 4η βιομηχανική επανάσταση όμως πρέπει να συζητηθεί και ως προς τις άμεσες και ως προς τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.

Ο αυτοματισμός δεν είναι ένα νέο φαινόμενο και οι εξελίξεις στον τομέα αυτό πάντα συνοδεύονταν από ερωτήματα σχετικά με όσα υποσχόταν και τον αντίκτυπο αυτών:

  • Αφενός στις σχέσεις ανθρώπου – μηχανής, όπου η ουσία της 4ης βιομηχανικής επανάστασης που είναι ότι τα ρομπότ και οι υπολογιστές δεν θα εκτελούν μόνον μία σειρά από πρακτικές εργασίες ρουτίνας καλύτερα και σε μικρότερο κόστος απ’ ότι ο άνθρωπος, αλλά θα είναι σε θέση να υλοποιούν ενέργειες για τις οποίες απαιτούνται γνωστικές ικανότητες, όπως να λαμβάνουν σιωπηρά αποφάσεις, να ανιχνεύουν συναισθήματα ή ακόμα και να οδηγούν δραστηριότητες των οποίων ο αυτοματισμός θεωρείτο στο παρελθόν εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί.
  • Αφετέρου στις σχέσεις παραγωγής. Οι συνέπειες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης σε μικροοικονομικό επίπεδο, θα επιτρέψουν στις  επιχειρήσεις σε όλους τους τομείς να εκμεταλλευτούν τα οφέλη τους και να αποκτήσουν  συγκριτικό πλεονέκτημα όχι μόνον λόγω της μείωσης του κόστους εργασίας, αλλά και επειδή θα υπάρξει όφελος σε επίπεδο απόδοσης, όπως αύξηση της παραγωγής, υψηλότερη ποιότητα.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο βάσει πρόσφατων μελετών, η εκτίμηση είναι ότι ο αυτοματισμός μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη της παραγωγικότητας παγκοσμίως, έως και 1,4 % ετησίως.

Οι συνέπειες όμως, που κυρίως θα μας απασχολήσουν θα είναι στην αγορά εργασίας. Εκεί υπάρχουν κάποιοι μύθοι και κάποια δεδομένα. Και πάλι όμως το νόμισμα έχει δύο όψεις και πολλές γκρίζες ζώνες ακόμα.

Καταρχάς, ελάχιστα επαγγέλματα, - λιγότερο από 5% - είναι   σήμερα υποψήφια για πλήρη αυτοματοποίηση. Δηλαδή να μπορούν να αυτοματοποιηθούν όλες οι δραστηριότητες που συνιστούν αυτά τα επαγγέλματα.

Όμως, σχεδόν όλα τα επαγγέλματα ενδέχεται να αυτοματοποιηθούν εν μέρει, δεδομένου ότι ένα σημαντικό ποσοστό των δραστηριοτήτων τους θα μπορούσε να αυτοματοποιηθεί. Υπολογίζεται ότι η προσαρμογή και μόνον των τεχνολογιών που υπάρχουν σήμερα θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα την αυτοματοποίηση περίπου 50% των εργασιών τις οποίες εκτελούν άνθρωποι παγκοσμίως.

Σύμφωνα με ανάλυση της McKinsey, 54 εκατομ. θέσεις πλήρους απασχόλησης και πάνω από $1.7 τρις. αμοιβές σχετίζονται με δραστηριότητες οι οποίες μπορούν να αυτοματοποιηθούν στις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και το Η.Β.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η παγκόσμια οικονομία θα χρειαστεί κάθε ικμάδα ανθρώπινης εργασίας, πέραν των ρομπότ, για να ξεπεράσει την γήρανση του πληθυσμού τόσο στις αναπτυγμένες αλλά και στις αναπτυσσόμενες χώρες. Με άλλα λόγια είναι πιο πιθανό όχι μόνο να μη χάσουμε δουλειές, αλλά να χρειαστούμε και τη βοήθεια των μηχανών για να αντιμετωπίσουμε τη μείωση του πληθυσμού.

Η αναμενόμενη μείωση όσον αφορά το ποσοστό του εργασιακά ενεργού πληθυσμού θα δημιουργήσει κενό στην οικονομική ανάπτυξη.

Και εδώ σταδιακά ανοίγονται οι ευκαιρίες. Ο αυτοματισμός μπορεί να εξισορροπήσει τουλάχιστον ορισμένες από αυτές τις δημογραφικές τάσεις.

Όμως, η άλλη όψη του νομίσματος που λέγαμε θα είναι η φύση της εργασίας, που θα αλλάξει. Καθώς, οι διαδικασίες θα διαφοροποιούνται λόγω του αυτοματισμού των ανθρώπινων δραστηριοτήτων τα άτομα θα εκτελούν δραστηριότητες συμπληρωματικές της εργασίας των μηχανών (και αντιστρόφως). Και αυτό θα χρειαστεί μία προσαρμογή και του ανθρώπινου κεφαλαίου στις νέες συνθήκες.

Και αυτό γιατί τα αποτελέσματα της αυτοματοποίησης θα ασκήσουν κάποιας μορφής επίδραση στις δεξιότητες της αγοράς εργασίας και την προσφορά και αυτό θα επηρεάσει και την εξέλιξη του ανθρώπινου κεφαλαίου και της ροής της οικονομίας.

Για παράδειγμα, αν εργαζόμενοι με μέσο εισόδημα, όπως οι υπάλληλοι γραφείου και οι εργάτες εργοστασίου, μετακινηθούν λόγω της αυτοματοποίησης, θα μπορούσαν να βρεθούν σε επαγγέλματα χαμηλότερης αμοιβής, αυξάνοντας έτσι την προσφορά και εν δυνάμει συμπιέζοντας τις αμοιβές. Αντιστρόφως, μπορεί να χρειαστούν κάποιο χρόνο για να επανακαταρτιστούν, ώστε να διεκδικήσουν θέσεις υψηλότερων δεξιοτήτων, καθυστερώντας έτσι την επανένταξη τους στο εργατικό δυναμικό μειώνοντας προσωρινά κατ’ αυτόν τον τρόπο την προσφορά εργασίας.

Ορισμένα επαγγέλματα ίσως αυτοματοποιηθούν εν μέρει πριν να αυτοματοποιηθούν πλήρως και αυτό θα μπορούσε να είχε διαφορετικές επιπτώσεις για τους εργαζόμενους υψηλών ή χαμηλών δεξιοτήτων. Ειδικά για τους εργαζόμενους χαμηλών δεξιοτήτων η διαδικασία αυτή ίσως συμπιέσει τις αμοιβές εκτός αν αυξηθεί η ζήτηση.  Εντούτοις, αν εξετάσουμε την μακροχρόνια προοπτική, σύμφωνα με όσα περιγράψαμε προηγουμένως, οι μεγάλης κλίμακας ιστορικές δομικές αλλαγές στο χώρο εργασίας εκεί όπου η τεχνολογία προκάλεσε απώλεια θέσεων εργασίας, με την πάροδο του χρόνου, συνοδεύτηκαν από την δημιουργία πολλών άλλων νέων θέσεων, δραστηριοτήτων και διαφορετικής μορφής εργασία.

Και έτσι προχωράμε στην δεύτερη βασική έννοια που απασχολεί το πάνελ που είναι η εξέλιξη του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσα σε αυτές τις νέες συνθήκες.

Και αυτή η εξέλιξη αφορά επί της ουσίας δύο φορείς, δύο όψεις:

  • Αφενός τις ίδιες τις επιχειρήσεις που με τη διά βίου κατάρτιση και τα προγράμματα διαμόρφωσης δεξιοτήτων , μπορούν να στηρίξουν τους εργαζόμενους σε αυτή τη διαδικασία μετακίνησης τους σε άλλους ρόλους όπου θα κληθούν να αναλάβουν νέες δραστηριότητες και …
  • Αφετέρου, τους φορείς διαμόρφωσης πολιτικών, για τους οποίους οι τεχνολογικές εξελίξεις δημιουργούν νέες προκλήσεις για το σύστημα εκπαίδευσης, τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας ή «το δίχτυ προστασίας» για όσους δεν τα καταφέρουν βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα ,τα προγράμματα επανένταξης ενός μεγάλου αριθμού εργαζομένων οι οποίοι θα πρέπει να μετακινηθούν σε άλλες δραστηριότητες, έχοντας κατά νου πάντα ότι θα υπάρξουν νέες μορφές απασχόλησης που θα επηρεάσουν την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, κλπ.

Τα συστήματα εκπαίδευσης θα πρέπει να εξελιχθούν, ώστε να είναι έτοιμα να ανταποκριθούν στις αλλαγές στο χώρο εργασίας. Οι φορείς διαμόρφωσης πολιτικών μαζί με τους παρόχους εκπαίδευσης θα πρέπει να δουλέψουν για να βελτιωθεί το βασικό επίπεδο δεξιοτήτων στα επιστημονικά πεδία STEM δηλαδή στην τεχνολογία, την μηχανική και τα μαθηματικά. Θα πρέπει επίσης να δώσουν ιδιαίτερη σημασία στην δημιουργικότητα καθώς και στην κριτική και στα συστήματα σκέψης. Δεδομένου ότι όλων οι εργασίες θα αλλάξουν σε κάποιο βαθμό, είναι σημαντικό να αναπτύξουν όλοι ευστροφία, ανθεκτικότητα και ευελιξία. Μη βλέπουμε μόνο τις θετικές επιστήμες, οι κλασικές σπουδές, οι ανθρωπιστικές σπουδές έχουν ίσως σημαντικότερο στο τέλος λόγο σε αυτή την αλλαγή παραδείγματος που θα βιώσουμε σταδιακά.

 

Β) Ελλάδα και 4η βιομηχανική επανάσταση

Διαχρονικά, βασικό πρόβλημα της οικονομικής επιστήμης υπήρξε - και είναι -ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στη μεγέθυνση και στην ανάπτυξη της οικονομίας και η εκτίμηση του μεγέθους της συμβολής τους. Εκτός από τους παραδοσιακούς συντελεστές, δηλαδή τους φυσικούς πόρους, την εργασία, το φυσικό κεφάλαιο και την επιχειρηματικότητα, σημαντικός συντελεστής - στη δεκαετία του ΄50 - θεωρήθηκε η τεχνολογία και - στη δεκαετία του ΄60 - το ανθρώπινο κεφάλαιο. Από το τέλος της δεκαετίας του ΄80 περνάμε σταδιακά στην «οικονομία της γνώσης».

Μια χώρα – κάθε χώρα - για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, οφείλει να μαθαίνει εγκαίρως από την επιστήμη και τη ζωή.

Για τον σκοπό αυτό απαιτείται ο σχεδιασμός και η υιοθέτηση μιας συγκροτημένης και συνεκτικής εθνικής στρατηγικής και η υλοποίηση ενός πλέγματος συγκεκριμένων, ρεαλιστικών πολιτικών, με ιεράρχηση αναγκών και καθορισμό προτεραιοτήτων, που θα την υπηρετούν.

Η τεχνολογία και η έρευνα πρέπει να μπουν στα σχολεία και να παντρευτούν με τα υπόλοιπα μαθήματα. Τα παιδιά σήμερα χειρίζονται το ipad σε βαθμό τελειότητας, ήδη ασκούνται σε έναν άλλο τρόπο ζωής.

Νομίζω, όμως ότι οι συνομιλητές μου θα πουν καλύτερα όσα αφορούν το χώρο τους. Υπογραμμίζω απλώς την ουσία και τη σημασία της αριστείας σε αυτή την προσπάθεια.

Η τεχνολογική έκρηξη αφορά και την Ελλάδα και μπορεί πολλοί να λένε ότι η Ελλάδα στην οικονομική κατάσταση που είναι δεν έχει τέτοια πολυτέλεια, αλλά δεν είναι έτσι.

Ένα πεδίο δράσης, δημιουργείται από την γήρανση του πληθυσμού που «γεννά» μία μεγάλη ευκαιρία για το ΑΙ, η εμπλοκή του οποίου πρακτικά υποβοηθείται από τον χαμηλό ρυθμό γεννήσεων στη Δύση.

Τα ρομπότ έχουν ξεκινήσει δειλά να έχουν ρόλο customer service στην Ιαπωνία και να χρησιμοποιούνται στη φροντίδα των ηλικιωμένων εν είδει ρομποτικού “pet”, κρατώντας τους συντροφιά, υπενθυμίζοντάς τους ότι πρέπει να πάρουν τα φάρμακά τους κτλ. Αυτό προφανώς θα έχει σημαντικές επιπλοκές και στις κοινωνικές σχέσεις και θα πρέπει να το εξετάσουμε.

Πέρυσι το ΔΙΚΤΥΟ φιλοξένησε τον Αντιπρόεδρο του Τουίτερ, Τζέιμς Κόντο σε μία συζήτηση για την 4η βιομηχανική επανάσταση http://todiktio.eu/index.php/activity/labs-events/item/678-o-james-kondo-se-ekdilosi-tou-diktyou .

Εκεί παρουσιάστηκαν και οι ευκαιρίες για την Ελλάδα μέσα από τους τομείς όπως Tourism-tech και Food-Tech που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ραγδαία μέσα από την εκμάθηση των μηχανών, την ανάλυση των δεδομένων και την τεχνητή νοημοσύνη. Κάντε τον κόπο όταν βρείτε λίγο χρόνο να δείτε από τη σελίδα του ΔΙΚΤΥΟΥ την ομιλία του.

 

Γ) Φιλοσοφικές, ηθικές, νομικές προεκτάσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης

Ερχόμαστε τέλος, σε ένα κομμάτι που βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον κυρίως για τη στοχαστική του διάσταση.

Υπάρχει ένα ερώτημα που πλανάται. Πόσο πιθανό είναι να γίνουμε σκλάβοι των μηχανών;

Ο Στίβεν Χόκινγκ πέρυσι έδωσε τη δική του απάντηση ζητώντας να ρυθμιστεί νομικά η τεχνητή νοημοσύνη, προτού οι μηχανές καταλάβουν τον έλεγχο των χωρών και σκλαβώσουν την ανθρωπότητα. Κάτι σαν την ταινία «Εξολοθρευτής» Ακούγεται τρελό, αλλά κατά κάποιον τρόπο είναι ανησυχητικό.

Πρώτα, όμως, πρέπει να θέσεις τους στόχους και μετά τη μέθοδο. Εάν, δημιουργήσεις μηχανές και τους δώσεις εντολή να μειώσουν την κλιματική αλλαγή και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά δεν τις πεις το πως, μπορεί να αρχίζουν να σκοτώνουν κόσμο.

Η ΕΕ αρχίζει ήδη να εξετάζει το νομικό της οπλοστάσιο για να το προσαρμόσει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

Το αναπτυξιακό δυναμικό μέσω της χρήσης της ρομποτικής χαρακτηρίζεται από εντάσεις και κινδύνους που σχετίζονται με την ανθρώπινη ασφάλεια, την προστασία της ιδιωτικής ζωής, την αυτονομία και την ιδιοκτησία δεδομένων των ανθρώπων.

Βέβαια, μέχρι να δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο και έως ότου τα ρομπότ αποκτήσουν ή κατασκευαστούν ώστε να έχουν αυτεπίγνωση, αν αυτό συμβεί ποτέ, οι νόμοι του Ασίμοφ, υπάρχουν, όμως, θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας για τα έργα που θα πραγματοποιηθούν από ρομπότ. Θέματα αστικής ευθύνης σε περίπτωση ατυχήματος που προκαλέσει το ρομπότ. Αυτά τα ζητήματα θα απασχολήσουν έντονα την Ευρώπη τα επόμενα χρόνια.

Κυρίες και κύριοι,

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ζούμε σταδιακά σε έναν συνδυασμένο νέο κόσμο με μηχανές, τεχνητή νοημοσύνη κλπ. Στο μέλλον τα χρήσιμα εφόδια θα είναι η χρήση του κώδικα, αλλά και η συναισθηματική νοημοσύνη. Θα απαιτηθούν νέες ικανότητες, αλλά να θυμόμαστε πάντα ότι πέρα από την τεχνητή νοημοσύνη και τις μηχανές, τα σημαντικότερα εφόδια στη ζωή προέρχονται από τις διαπροσωπικές σχέσεις και οι εμπειρίες που αυτές δίνουν είναι οι πλέον χρήσιμες σε κάθε φάση της εξέλιξης μας.

Πηγές:

Ανάλυση του ΔΙΚΤΥΟΥ για την Παγκόσμια Στρατηγική της Ε.Ε. στην Εξωτερική Πολιτική

Μία από τις σημαντικές προεκτάσεις της εκλογής του Ντ. Τράμπ στην Προεδρία των ΗΠΑ θα είναι και η εξέλιξη των σχέσεων των ΗΠΑ με την ΕΕ και το νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο - με δεδομένο και το Brexit - θα διαμορφωθεί η πολιτική άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ. Είναι σφόδρα πιθανό οι αλλαγές που θα φέρει η εκλογή νέου Προέδρου των ΗΠΑ να επεκταθούν σε μία ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή των ευρω-ατλαντικών σχέσεων, όπως η ασφάλεια και η άμυνα της ΕΕ. Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι αν ο Πρόεδρος Τράμπ θα στηρίξει το ΝΑΤΟ ή θα δώσει περισσότερο βάρος στη συνεννόηση με τη Ρωσία. Πολύ πιθανό θεωρείται να ανακοινώσει περικοπές στη συνεισφορά των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ ζητώντας παράλληλα από τους Ευρωπαίους να αυξήσουν τη δική τους. 

Με αφορμή την εκλογή Ντ. Τράμπ, το ΔΙΚΤΥΟ παρουσιάζει τη νέα του ανάλυση για το διεθνή ρόλο της ΕΕ, βασισμένη στο κείμενο της Παγκόσμιας Στρατηγικής για την ΕΕ, που εκπόνησε η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, Φ. Μονγκερίνι, το καλοκαίρι.

[Πατήστε επάνω στην εικόνα για να ανοίξετε/κατεβάσετε την ανάλυση] 

ΟΝΕ 2.0: Μερεμέτια ή αλλαγή παραδείγματος;

Έξι χρόνια σοβεί η οικονομική κρίση και η ζώνη του ευρώ εξακολουθεί να αποτελεί ατελή νομισματική ένωση. Τα έκτακτα μέτρα που λήφθηκαν έχουν σταματήσει την ελεύθερη πτώση, οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν- σχετικά - ηρεμήσει και η συρρίκνωση της οικονομίας φαίνεται να ολοκληρώνεται. Όμως, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές της κρίσης, ένα όραμα, μία ιδέα, για μια στενότερη σχέση ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΟΝΕ, μία ανάγκη υπέρβασης της κρίσης μέσα από μία εγγύτερη σχέση αλληλεγγύης και προωθητικής ανάτασης, ήταν συνεχώς παρούσα.

Προτάσεις για ισχυρότερες οικονομικές δομές που θα κλείσουν τα κενά στη νομισματική Ένωση, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα μεγαλύτερη πολιτική αλληλεγγύη. Το όραμα πήγαινε μακριά. Μια δημοσιονομική ένωση με τους απαραίτητους οικονομικούς μηχανισμούς απορρόφησης κραδασμών, ένας πραγματικός και υπερβατικός κοινοτικός προϋπολογισμός της ΕΕ, δημοσιονομικές μεταβιβάσεις,

Ευρωομόλογα, κοινή ασφάλιση καταθέσεων, ένα ταμείο για τη στήριξη της εξυγίανσης τραπεζών, ήταν κάποια από τα οραματικά συστατικά. Κάποια από αυτά έγιναν, κάποια δρομολογούνται. Μένει όμως, ακόμα το πιο βασικό που έχει επανειλημμένως αναβληθεί, η ρεαλιστική, δηλαδή, προοπτική μίας πολιτικής συναίνεσης για το μέλλον της δομής, μίας πιο ανθεκτικής ΟΝΕ και της περαιτέρω ενίσχυσης της με πυλώνες τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα, που θα οδηγήσει τελικώς στην Ιθάκη της πολιτικής Ένωσης.

Η συνέχιση ύπαρξης μίας ατελούς ΟΝΕ δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη.

Η ζώνη του ευρώ έχει να υπερβεί ένα βασικό εμπόδιο. Το επόμενο βήμα σε μια πλήρη νομισματική ένωση απαιτεί τη μεταβίβαση της εθνικής δημοσιονομικής,  φορολογικής κυριαρχίας – και κατ επέκταση της πολιτικής κυριαρχίας – ώστε να

επιτευχθεί μία αποτελεσματική ομοσπονδία.

Παρά τα πάνω από 50 χρόνια εξέλιξης της Ευρώπης ως Κοινότητας και κατόπιν ως Ένωσης, ο στόχος της ομοσπονδίας, έχει παραμείνει άπιαστος. Έξι χρόνια

η κρίση δεν κατάφερε να υποχρεώσει τις κυβερνήσεις να υπερβούν τον εφιάλτη του πολιτικού κόστους των αναγκαίων επιλογών. Γι 'αυτό το λόγο, παρά την οικονομική θεραπεία, η ασθένεια αντέχει.

Τα οικονομικά μέτρα έκτακτης ανάγκης για τη στήριξη των προβληματικών δημοσιονομικών των Κρατών, κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν αναμφισβήτητα μια σημαντική πολιτική επιτυχία και έκανε πιο αργή και ομαλή την ελεύθερη πτώση που είχε το οικοδόμημα στην αρχή της κρίσης. Από την άλλη όμως, εισήγαγε νέες αδυναμίες. Ειδικότερα, η πολιτική της παροχής κρατικών δανείων για την εξόφληση των ιδιωτών πιστωτών που ακολουθείται από την εκ νέου ανάγκη κουρέματος του δημοσίου χρέους, έχει σπείρει τους σπόρους μελλοντικών προβλημάτων.

Η υπέρβαση που δεν έγινε 

Στις 9 Μαΐου 1950, ο Robert Schuman, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας,

κάλεσε την Ευρώπη να αποδεχθεί το όραμα της Ομοσπονδίας. Παρακινημένος από τον επείγοντα χαρακτήρα της διατήρησης της παγκόσμιας ειρήνης, με την έκκλησή του ήταν ταυτόχρονα και οραματιστής και ρεαλιστής. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η Ευρώπη «δεν θα δημιουργηθεί μονομιάς» και μίλησε για «συγκεκριμένα μέτρα» για να χτιστεί μία Ομοσπονδία «de facto αλληλεγγύης».

Το 1970, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων με επικεφαλής τον Pierre Werner, πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου, συνέταξε ένα σχέδιο για μια Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση. Ο Peter Kenen υποστήριξε το 1969 ότι μια νομισματική ένωση χρειάζεται μια δημοσιονομική ένωση που θα υποστηρίξει τα κράτη μέλη όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα οικονομικής ύφεσης.Ενώ η έκθεση Werner πρότεινε ένα εντυπωσιακό άλμα σε ένα ενιαίο νόμισμα, όριζε ότι δεν θα υπάρξει δημοσιονομική ένωση. Η απαίτηση αυτή έγινε αποδεκτή στην ακαδημαϊκή και πολιτική σφαίρα. Ωστόσο, ούτε ο Werner ούτε η (πολύ αργότερα) έκθεση Delors περιέχει κάτι επ αυτού, όπως είδαμε. Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Η δημοσιονομική κυριαρχία είναι το σύμβολο της πολιτικής κυριαρχίας και δεν υπήρχε βούληση από κανέναν να την παραδώσει. Αυτό το βασικό πλαίσιο δεν έχει αλλάξει από την έναρξη της κρίσης.

Προφανώς, αυτό ήταν μια αναγνώριση της πολιτικής πραγματικότητας και των πολιτικών αντοχών της εποχής.

Η Έκθεση Delors που ακολούθησε, το 1989 ήταν παρόμοια ρεαλιστική και ως εκ τούτου δεν περιείχε τη δυναμική της περαιτέρω ενοποίησης.

Έτσι, για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, από την έκθεση Werner έως την έναρξη της κρίσης το 2008, το τεκμήριο ήταν ότι η εθνική δημοσιονομική και φορολογική κυριαρχία δεν θα εκχωρούνταν σε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία.

Η ιδέα της Ομοσπονδίας, ωστόσο, είναι συνεχώς επίκαιρη στο δημόσιο λόγο, καθώς η ζώνη του ευρώ αντιμετωπίζει την ανάγκη για σημαντικές δημοσιονομικές μεταβιβάσεις μεταξύ των ΚΜ. Αλλά οι προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση είναι προσεκτικές. Η Έκθεση των 5 Προέδρων για τη δομή της ΟΝΕ που συνέπεσε με τη νέα κρίση στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα, άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για τη διακυβέρνηση της ΟΝΕ και ήδη έχουν διαμορφωθεί οι διαφορετικές απόψεις

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι τα τελευταία 6 χρόνια, κάθε φορά που υπήρξε μια πρόταση να καθιερωθεί ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, εκείνη έπεσε στο κενό. Αυτή ήταν πχ η μοίρα των ευρωομολόγων (σε πολλές παραλλαγές τους).

Τα χρόνια της κρίσης

Μεταξύ 2010 και 2014, η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) πέρασε

μια σειρά μεταρρυθμίσεων: η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) ως βραχίονα οικονομικής βοήθειας της ζώνης του ευρώ, αλλά και ως ένας πραγματικά νέος θεσμός, η υιοθέτηση του six pack και του two pack, τα νομοθετικά, δηλαδή, πακέτα που στοχεύουν στην ενίσχυση και διεύρυνση του μηχανισμού επιτήρησης,  μια νέα Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό

και τη Διακυβέρνηση (ΣΣΣΔ), που ενισχύει την προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία και τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η έναρξη μιας τραπεζικής ένωσης μεταξύ των χωρών της ΟΝΕ. Ποτέ πριν στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), δεν είχαν εισαχθεί τόσες πολλές μεταρρυθμίσεις μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Δύο χρόνια ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση αυτής της μεγάλης νομοθετικής προσπάθειας, λίγοι πολιτικοί θα τολμούσαν να πουν ότι η «αποστολή εξετελέσθη».

Στην πρώτη του ομιλία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Jean- Claude Juncker, ως υποψήφιος ακόμη για την προεδρία της Επιτροπής, δεσμεύτηκε να συνεχίσει τη μεταρρύθμιση της ΟΝΕ, αντλώντας έμπνευση από την έκθεση των τεσσάρων Προέδρων του 2012 και από το σχέδιο της Επιτροπής του 2012 για μία βαθειά και γνήσια ΟΝΕ. Ο Mario Draghi, ο πρόεδρος τόνισε επίσης τον ελλιπή χαρακτήρα της ΟΝΕ κατά καιρούς.  Σε ομιλία του τον Ιούλιο του 2014 υπογράμμισε την σημασία  για «κάποια μορφή κοινής διακυβέρνησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ...διότι το αποτέλεσμα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν αφορά απλώς μια χώρα και το δικό της συμφέρον, αλλά αφορά το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου . Αλλά και στο Jackson Hole σε ομιλία του στις 22 Αυγούστου 2014  κάλεσε σε μια συζήτηση σχετικά με τη γενική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής της ζώνης του ευρώ.

Οι ακαδημαϊκοί και αρκετά ιδρύματα έχουν επίσης συμβάλει στη συζήτηση, καθώς και διάφορες ομάδες, που προβάλουν μια σειρά από σχέδια για μια γνήσια ΟΝΕ, (Enderlein, Allard et al., Glienicker Gruppe, Eiffel Group,  Piketty και Rosanvallon, Vallée,  Πίκφορντ, Steinberg, Otero-Ιglesias, Enderlein και Fritz-Vannahme)

που συνδυάζουν σε διάφορες αναλογίες το καθένα, τα διάφορα συστατικά της περαιτέρω ένωσης και τις θεσμικές συνέπειες που θα προκύψουν από την υιοθέτηση τους.  Διαφορετικές επιστημονικές αφετηρίες, άλλωστε, προκαλούν και διαφορετικές εκτιμήσεις για το τι θα πρέπει να γίνει στο υφιστάμενο πλαίσιο. Παρόλαυτά εντοπίζονται κάποια κοινά στοιχεία στις παραπάνω μελέτες – προτάσεις, όπως η δημοσιονομική ένωση, ένας κοινός προϋπολογισμός των χωρών της ΟΝΕ, μια διαδικασία επίλυσης για το δημόσιο χρέος, ο συντονισμός των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της κινητικότητας της εργασίας κλπ. Σημαντικό κομμάτι των ανωτέρω προτάσεων είναι η έμφαση στη λογοδοσία και τη δημοκρατική νομιμοποίηση που θα πρέπει να συνοδεύει τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στο κεντρικό επίπεδο.

Στο άλλο άκρο του φάσματος, άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν αντίθετα, ότι η Ευρώπη έχει ήδη πάει πολύ μακριά και ότι η προσθήκη επιπλέον αρμοδιοτήτων σε εκείνες που έχουν ήδη μεταφερθεί στο κεντρικό επίπεδο, θα συνιστά απλώς μια απατηλή λύση (Mody 2013). Θα συνιστούσαν μάλλον, την αποσυναρμολόγηση του υπάρχοντος πλέγματος των διαδικασιών εποπτείας και την απλούστευση της ισχύουσας αρχιτεκτονικής ριζικά, δίνοντας έμφαση στην αποκέντρωση και την «ατομική» ευθύνη στα κράτη μέλη που φτάνει μέχρι και μια ενδεχόμενη πτώχευση.

Οι βασικές αδυναμίες της ΟΝΕ που αποκάλυψε η κρίση

Παρά τις προσπάθειες μεταρρύθμισης, μεσούσης της κρίσης, η παρούσα δομή της ΟΝΕ ως ένα σύστημα κανόνων και πολιτικής, πάσχει από κάποιες σημαντικές ελλείψεις που αποκαλύφθηκαν από την κρίση.

1. Η ΟΝΕ έχει γίνει υπερβολικά πολύπλοκη

2. Δρα προκυκλικά ορισμένες φορές και δεν παρέχει τη σωστή δημοσιονομική σταθεροποίηση που απαιτούν οι περιστάσεις

3. Η ΟΝΕ διαθέτει αδύναμους θεσμούς. Με την εξαίρεση της ΕΚΤ οι υπόλοιποι δρώντες, Επιτροπή, Eurogroup,  κλπ δεν έχουν δείξει αντίστοιχη δυναμική και ικανότητα αντιμετώπισης της κρίσης

Τεχνοκρατικές διορθώσεις έχουν χρησιμοποιηθεί για να τροποποιήσουν τις δομές διακυβέρνησης στην ΟΝΕ και να προσθέσουν εργαλεία χρηματοδοτικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Αλλά, επειδή έχουν συνειδητά αποφύγει το ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης, αυτές οι επιδιορθώσεις

παραμένουν αποσπασματικές και αντιπαραγωγικές. Με αυτή την έννοια, το

ευρώ δεν ήταν ποτέ ένα μέσο για την προώθηση της εξέλιξης σε μία πολιτική Ένωση και ως εκ τούτου, δεν συνιστά – όσο δεν μεταρρυθμίζεται ριζικά και ρηξικέλευθα - ένα πολιτικό project.

Οι προτάσεις του Προέδρου Γιούνκερ

Νέα ώθηση στη συζήτηση έδωσε στις 22 Ιουνίου του 2015, η έκθεση των πέντε Προέδρων, που έδωσε στη δημοσιότητα ο Πρόεδρος Γιούνκερ με τίτλο: «Η

ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης». Η έκθεση παρέχει έναν οδικό χάρτη για την «εμβάθυνση» και «ολοκλήρωση» της ΟΝΕ. Με βάση τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί για την αντιμετώπιση της κρίσης, η έκθεση των πέντε Προέδρων κάνει μια πληθώρα από  προτάσεις για την ενίσχυση του πλαισίου διακυβέρνησης της ΟΝΕ και την εμβάθυνση της οικονομικής ολοκλήρωσης στη ζώνη του ευρώ. Οι πρόεδροι προτείνουν μέτρα για να προχωρήσουμε προς την κατεύθυνση μιας πραγματικής οικονομικής, δημοσιονομικής, χρηματοοικονομικής και πολιτικής ένωσης.

Μια επισκόπηση των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων

Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να εφαρμοστούν σε δύο διαδοχικές φάσεις. Στο πρώτο στάδιο (1η Ιουλίου 2015-30 Ιουνίου 2017), τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη «θα βασιστούν σε υφιστάμενα μέσα και θα κάνουν την καλύτερη δυνατή χρήση των ισχυουσών Συνθηκών» (σελ 5). Στο δεύτερο στάδιο (μέσα 2017 - 2025), «θα συμφωνηθούν συγκεκριμένα μέτρα με περισσότερο εκτεταμένο χαρακτήρα με σκοπό να ολοκληρωθεί η οικονομική και θεσμική αρχιτεκτονική της ΟΝΕ» (σελ 5).

(I) Μια πραγματική οικονομική ένωση

Όσον αφορά τον οικονομικό «πυλώνα» της ΟΝΕ, η έκθεση συνιστά σε κάθε κράτος μέλος της ευρωζώνης να δημιουργηθεί μια αρχή για την ανταγωνιστικότητα η οποία θα είναι «υπεύθυνη για την παρακολούθηση των επιδόσεων και των πολιτικών στον τομέα της ανταγωνιστικότητας» (σελ 9). Το σκεπτικό πίσω από αυτή την πρόταση είναι διττό. Οι εν λόγω φορείς «θα βοηθήσουν στην αποτροπή της οικονομικής απόκλισής» και «θα αυξηθεί η ιδιοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο» (σελ 9). Είναι πασιφανές, ότι οι εν λόγω αρχές αναμένεται να ενισχύσουν την οικονομική σύγκλιση στην ευρωζώνη, κυρίως σε σχέση με τους τομείς πολιτικής που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΕΕ. Οι φορείς αυτοί θα έχουν ως εντολή την «αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο η εξέλιξη των μισθών συμβαδίζει με την παραγωγικότητα μέσω της σύγκρισης με τις εξελίξεις σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ και στους κυριότερους συγκρίσιμους εμπορικούς εταίρους» (σελ 9). Επιπλέον, «οι εν λόγω φορείς μπορούν να υποχρεωθούν να αξιολογούν την πρόοδο των οικονομικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας γενικότερα» (σελ 9). Η έκθεση προτείνει, επίσης, ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα αρχών ανταγωνιστικότητας της ζώνης του ευρώ που θα πρέπει να συγκεντρώσει τις εθνικές αυτές αρχές και την Επιτροπή, η οποία θα συντονίζει τις ενέργειες των εθνικών αρχών ανταγωνιστικότητας σε ετήσια βάση.

Η έκθεση επιχειρεί να συνδέσει αυτή την προτεινόμενη τεχνική του συντονισμού πολιτικής με τις ήδη υπάρχουσες μορφές που βασίζονται σε κανόνες διακυβέρνησης στη ζώνη του ευρώ. Η Επιτροπή αναμένεται να «λάβει υπόψη το αποτέλεσμα του συντονισμού αυτού ... ιδίως για ... τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών αποκλίσεων (MIP), συμπεριλαμβανομένου του εάν θα συστήσει την ενεργοποίηση της διαδικασίας υπερβολικών ανισορροπιών» (σελ 9).

(ΙΙ)  Μία χρηματοοικονομική Ένωση

Όσον αφορά την προτεινόμενη χρηματοοικονομική Ένωση, η έκθεση των πέντε προέδρων συνιστά να ολοκληρωθεί η Τραπεζική Ένωση και ότι η χρηματοοικονομική  Ένωση πρέπει να ξεκινήσει.

Η έκθεση συνιστά την πλήρη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας για την εξυγίανση και την ανάκαμψη των τραπεζών από όλα τα κράτη μέλη .Υπενθυμίζεται ότι, 11 κράτη μέλη δεν έχουν ακόμα ενσωματώσει πλήρως την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο. Δεύτερον, η έκθεση υποστηρίζει ότι, χρειαζόμαστε μια γρήγορη συμφωνία σε ό,τι αφορά ένα κατάλληλο μηχανισμό μεταβατικής χρηματοδότησης που θα αποτελεί έναν τρόπο να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρχουν αρκετά χρήματα αν μια τράπεζα πρέπει να εκκαθαριστεί ακόμη και αν η χρηματοδότηση του Ταμείου δεν επαρκεί εκείνη τη χρονική την 1η Ιανουαρίου 2016 (σελ 13). Τρίτον, η δημιουργία ενός αξιόπιστου κοινού μηχανισμού ασφαλείας για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης και η επίτευξη προόδου προς την πλήρη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τις τράπεζες σε όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου δημιουργίας του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης.

Τέταρτον, η έκθεση συνιστά να ξεκινήσει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Ασφάλισης των Καταθέσεων. Πέμπτον, η έκθεση προτείνει την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας σε μακροοικονομικό σε επίπεδο ΕΕ και «επανεξέταση των ανοιγμάτων τραπεζών έναντι του δημοσίου χρέους (σελ 14).

Με βάση την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής σχετικά με την «οικοδόμηση ενός χρηματοοικονομικής Ένωσης, η έκθεση προτείνει περαιτέρω δρομολόγηση ενός Capital Market για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Αυτό θα «διασφαλίσει μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης» και «θα αποτελέσει επίσης, ανάχωμα στις συστημικές κρίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα και θα ενισχύσει τον καταμερισμό του κινδύνου στον ιδιωτικό τομέα μεταξύ των χωρών» (σελ 14). Ωστόσο, η οικονομική ολοκλήρωση ενέχει κινδύνους, διότι ένα πρόβλημα σε μια χώρα μπορεί να εξαπλωθεί γρήγορα σε μία άλλη. Ως εκ τούτου, η έκθεση των πέντε Προέδρων συνιστά ότι η χρηματοπιστωτική εποπτεία πρέπει να ενισχυθεί στην ΕΕ και ότι μια ενιαία ευρωπαϊκή εποπτική αρχή κεφαλαιαγοράς θα πρέπει να δημιουργηθεί (σελ 14).

(IΙΙ) Μία δημοσιονομική ένωση

Όσον αφορά την προτεινόμενη δημοσιονομική ένωση, η έκθεση των πέντε Προέδρων προβάλλει δύο προτάσεις. Πρώτον, συνιστά τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συμβουλευτικού δημοσιονομικού συμβουλίου.  Αυτό το σώμα θα συντονίζει και θα  συμπληρώνει τα εθνικά δημοσιονομικά συμβούλια που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 473/2013 . Το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό συμβούλιο θα παρέχει μια δημόσια και ανεξάρτητη αξιολόγηση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, των προϋπολογισμών - και της εκτέλεσή τους - προσθέτοντας έτσι επιπλέον πίεση στις κυβερνήσεις να λάβουν σοβαρά υπόψη τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. «Ένα τέτοιο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό συμβούλιο θα πρέπει να οδηγήσει σε καλύτερη συμμόρφωση προς τους κοινούς δημοσιονομικούς κανόνες και σε έναν ισχυρότερο συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών» (σελ 16)

Δεύτερον, η έκθεση προτείνει τη δημιουργία μιας λειτουργίας δημοσιονομικής σταθεροποίησης για τη ζώνη του ευρώ, ώστε να αντιμετωπίζονται καλύτερα οι κρίσεις που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.

Αυτό συνιστά την λογική εξέλιξη για τη ζώνη του ευρώ μακροπρόθεσμα (στάδιο 2) και υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει προχωρήσει η ολοκλήρωση της σύγκλισης και περαιτέρω συλλογικότητας στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Ωστόσο αυτή η λειτουργία, δεν θα πρέπει να συνεπάγεται μόνιμες μεταβιβάσεις μεταξύ χωρών ή μεταβιβάσεις προς μία μόνο κατεύθυνση, για αυτό και η σύγκλιση προς την Οικονομική Ένωση αποτελεί προϋπόθεση συμμετοχής. Επίσης, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως τρόπος εξίσωσης των εισοδημάτων μεταξύ των κρατών μελών. Και δεν θα πρέπει να υπονομεύει τα κίνητρα για τη διαμόρφωση υγιούς δημοσιονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο.

Δημοκρατική λογοδοσία, νομιμότητα, και θεσμικές μεταρρυθμίσεις

Πέρα από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προτείνονται από τους προέδρους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, το κείμενο δίνει έμφαση και σε ένα άλλο εξίσου σημαντικό πεδίο αντιπαράθεσης. Στις  μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της δημοκρατικής αξιοπιστίας και λογοδοσίας της ΟΝΕ. Εκτός από τις προτάσεις για την πιο έγκαιρη και καλύτερα δομημένη  κοινοβουλευτική συζήτηση κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, είναι δύσκολο να δούμε πώς οι προτάσεις της έκθεσης διαφέρουν από την υφιστάμενη δομή του six & two pack. Παρόλαυτά η έκθεση υπογραμμίζει ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο ρόλο των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών. Υπάρχει μια ισχυρή έμφαση στις συνέργειες μεταξύ του ΕΚ και των εθνικών κοινοβουλίων ως μία ανάγκη λογοδοσίας και προόδου καθώς «Μετά από πολλά έτη κρίσης, οι κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα πρέπει να αποδείξουν στους πολίτες και τις αγορές ότι η ζώνη του ευρώ δεν πρόκειται απλώς να επιβιώσει. Θα πρέπει να πειστούν ότι θα ευημερήσει» (σελ 5).

Επιπλέον, η έκθεση προβλέπει μια σειρά από μέτρα για την ενίσχυση του πλαισίου διακυβέρνησης της ΟΝΕ. Πιο συγκεκριμένα, οι Πρόεδροι, υποδεικνύουν ότι οι διάφορες συμβάσεις που έχουν συναφθεί έξω από τα επίσημα όρια της Συνθήκης της Λισαβόνας πρέπει να ενσωματωθούν στις Συνθήκες της ΕΕ και στο παράγωγο δίκαιο και ότι η δομή διακυβέρνησης του ΕΜΣ πρέπει να «ενσωματωθεί πλήρως στο πλαίσιο των Συνθηκών της ΕΕ» (σελ 20 ). Επιπλέον, η έκθεση αναφέρει ότι πρέπει να θεωρηθεί πλέον ως πλήρους απασχόλησης η προεδρία του Eurogroup και προτείνει τη δημιουργία ενός ταμείου της ζώνης του ευρώ (βλέπε σελ 20).

Κατά τη γνώμη των συντακτών της έκθεσης, η ΕΕ, ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου δεν μπορεί να λειτουργήσει αποκλειστικά μέσω συνεργασίας βάσει κανόνων. Προκειμένου να εξελιχθεί η ζώνη του ευρώ σταδιακά προς μια ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ένωση, θα πρέπει να μετακινηθεί από ένα σύστημα που βασίζεται σε κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές για τη διαμόρφωση των εθνικών οικονομικών πολιτικών, προς ένα σύστημα περαιτέρω επιμερισμού της κυριαρχίας στο πλαίσιο κοινών θεσμικών οργάνων, τα περισσότερα από τα οποία υπάρχουν ήδη και μπορούν σταδιακά να αναλάβουν αυτή την αποστολή. Στην πράξη, αυτό θα απαιτήσει από τα κράτη μέλη να αποδεχθούν όλο και περισσότερο την από κοινού λήψη αποφάσεων σχετικά με στοιχεία των αντίστοιχων εθνικών προϋπολογισμών και των οικονομικών πολιτικών τους (σελ 5)

Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμία επεξεργασία για το τι δομές λογοδοσίας προτείνονται Ομοίως, δεν υπάρχει ανάλυση των επιθυμητών μηχανισμών λογοδοσίας για την προτεινόμενη Οικονομική Ένωσης. Επιπλέον, δεν υπάρχουν προτάσεις για τη βελτίωση της διαφάνειας κατά τη λειτουργία της Eurogroup, της οποίας ο ρόλος στην οικονομική διακυβέρνηση είναι ιδιαιτέρως αυξημένος. Ένας οργανισμός που επιδιώκει ενεργά την προώθηση της οικονομικής σύγκλισης μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ (βλέπε σελ. 9), δεν πρέπει να λειτουργεί κεκλεισμένων των θυρών.

Τελικές παρατηρήσεις επί της Έκθεσης των 5 Προέδρων

Κατ 'αρχάς, δεδομένου ότι «όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης πρέπει να συμμετέχουν σε όλες τις Ενώσεις» (σελ 5), οι προτάσεις αυτές, εάν προκριθούν, θα θέσουν εκτός συζήτησης την εκκολαπτόμενη ιδέα των πολλών ταχυτήτων στη ζώνη του ευρώ. Δεύτερον, οι προτάσεις των Προέδρων, συνεπάγονται μία αθρόα αναβίβαση και μεταφορά της εθνικής ισχύος στα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Αναμφίβολα, αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται από αυξημένο δημοκρατικό έλεγχο και ισχυρούς μηχανισμούς λογοδοσίας. Τρίτον, είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η έκθεση επισημαίνει ότι όλα τα μέλη της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να κερδίσουν από την ένταξη στην ΟΝΕ (σελ 4). Αυτό συνιστά μία σαφή πολιτική παρακαταθήκη με αβέβαιη όμως ακόμα κατάληξη…

Πέρα από τα μερεμέτια. Μία αλλαγή παραδείγματος. Μία νέα ευρωπαϊκή ταυτότητα

Η κρίση αυτή αποτελεί δομική κρίση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, καθώς οι θεσμικές και λειτουργικές αδυναμίες της Ευρωζώνης όχι μόνο ανατροφοδοτούν και μεγεθύνουν τα οικονομικά προβλήματα, αλλά και αναδεικνύουν ανάγλυφα την ελλειμματική και αλυσιτελή για πολλά προβλήματα, οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια.

Η κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με φοβικά και δειλά βήματα ακόμα και αν η φυσιογνωμία τους είναι φαινομενικά εμπροσθοβαρής.

Η Ένωση έχει ανάγκη από μία αλλαγή παραδείγματος. Η αλλαγή παραδείγματος συνίσταται στην ανακατάληψη της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής έναντι της στείρας λογιστικής. Ναι στους κανόνες, όχι στη πρόταξη, όμως, των λογιστικών υστεριών που λειτουργούν δημοσιονομικά προκυκλικά και σκοτώνουν την ανάπτυξη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει επιτέλους να υιοθετήσει ισχυρούς και αποτελεσματικούς κεντρικούς θεσμούς, οι οποίοι, για να είναι τέτοιοι, πρέπει ταυτόχρονα να διαθέτουν επαρκείς αρμοδιότητες και ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση. Στο σημείο αυτό θα κάνουμε μία αναγκαία παρένθεση για να φωτίσουμε τις 2 όψεις της πολιτικής αντιπαράθεσης για το «αύριο» της Ένωσης, έτσι όπως εξελίσσεται αυτή την περίοδο ανάμεσα στην Επιτροπή, τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Στην ιστοσελίδα της Frankfurter Allgemeine παρουσιάστηκαν πρόσφατα οι θέσεις – σκέψεις του Β. Σόιμπλε για την εφαρμογή των συνθηκών που διέπουν τη λειτουργία της Ευρωζώνης (Σύμφωνο Σταθερότητας και Δημοσιονομικό Σύμφωνο). Αυτές σύμφωνα με το Γερμανό ΥΠΟΙΚ δεν μπορεί να είναι αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επιλέγεται και διαβουλεύεται με πολιτικά κριτήρια και δίνει εξηγήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά θα πρέπει να είναι αρμοδιότητα ενός ανεξάρτητου θεσμού. Η Γερμανία υπογραμμίζει με κάθε τρόπο, έτσι, ότι η εφαρμογή της άκαμπτης δημοσιονομικής λιτότητας δεν μπορεί να ανήκει στο πεδίο της πολιτικής διαπραγμάτευσης των 19 της Ευρωζώνης. Όσο αυστηρές και άκαμπτες και να είναι οι συνθήκες, όταν η τήρησή τους είναι αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που κρίνει με πολιτικά κριτήρια και μάλιστα με πρόεδρο τον Γιούνκερ που από την αρχή της κρίσης ως πρόεδρος τότε του Eurogroup συγκρούστηκε με τη Γερμανία, τότε η γερμανική δημοσιονομική αυστηρότητα κινδυνεύει να καταστεί κενή περιεχομένου.

Η στάση αυτή της Γερμανίας ενδεχομένως να επηρεάσει την πορεία της ολοκλήρωσης της ΟΝΕ. Στον αντίποδα και με σαφή διάθεση διαφοροποίησης προκύπτει και η πρόταση Ολάντ για κυβέρνηση της Ευρωζώνης, καθώς προτάσσει την πολιτική απέναντι στους στην ακαμψία των συνθηκών που επικαλούνται οι Γερμανοί.

Λογοδοσία και Λειτουργικότητα

Λογοδοσία και ευρωπαϊκός «Δήμος»

Η Ευρώπη χρειάζεται πρωτίστως ένα κοινό όραμα. Η κατεύθυνση προς την οποία η ζώνη του ευρώ θα πρέπει να εξελίσσεται και το είδος των θεσμών που απαιτεί συνιστά την ουσία του οράματος. Μέσα λοιπόν, από ένα πλαίσιο θεσμικών αλλαγών μπορεί να προκύψει η αναγκαία επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης και της δημοκρατικής διακυβέρνησης της ΟΝΕ.

Η Επιτροπή, ως κατεξοχήν υπερεθνικός θεσμός μπορεί και πρέπει να μετασχηματισθεί σε μια ισχυρή ευρωπαϊκή κυβέρνηση, που θα λειτουργεί και θα απολαμβάνει από μία διπλή εμπιστοσύνη, αφ’ενός μεν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αφ’ετέρου δε από ένα δεύτερο ισχυρό νομοθετικό σώμα, στο οποίο πρέπει να εκπροσωπούνται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ισοτιμία τα κράτη μέλη. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα πρέπει να εκλέγεται μέσα από άμεση ψηφοφορία και επιλογή του ευρωπαϊκού «δήμου» και αυτό κατ επέκταση θα μας οδηγήσει στην ακόμα μεγαλύτερη καινοτομία – θεσμική και πολιτική – της δημιουργίας πανευρωπαικών κομματικών σχηματισμών. Κόμματα που θα διαθέτουν τα δικά τους ξεχωριστά ονόματα και σύμβολα και θα αποτελέσουν πλέον τους κύριους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και τους καθοριστικούς μοχλούς για την επίτευξη ενός νέου, υπερεθνικού, πολιτικού πλουραλισμού, που θα αποτελέσει τη βάση της ουσιαστικής ενοποίησης της Ένωσης.

Οι προτάσεις αυτές αυτονοήτως συνεπάγονται μία δομή ΕΕ που θα υπερβαίνει το υπάρχον μοντέλο. Πλέον θα ανοίξει ο δρόμος για μία καθαρή Ομοσπονδία, κάτι που συνιστά άλλωστε την αλλαγή παραδείγματος για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.

Οι συνέπειες προφανώς μίας τέτοιας μεταμόρφωσης απαιτούν τη μεταφορά κρίσιμων εθνικών αρμοδιοτήτων στα ευρωπαϊκά πλέον όργανα. Αυτό όμως, θα πρέπει να γίνει  με όρους δημοκρατικής νομιμοποίησης, ώστε να αποτελεί συνέχεια και όχι οπισθοδρόμηση στην μακρά πορεία εκδημοκρατισμού της κοινοτικής πορείας.

Το πρόβλημα με το Ομοσπονδιακό μοντέλο όμως είναι σαφές και υπαρκτό. Πρώτον, έχει χάσει την αξιοπιστία του. Αυτή τη στιγμή υπάρχει πολύ λίγη πολιτική βούληση για τη μεταφορά περισσότερων αρμοδιοτήτων στις Βρυξέλλες. Η ιδέα ότι η βελτίωση της λειτουργίας της νομισματικής ένωσης απαιτεί κατ 'ανάγκη περισσότερο «Ευρώπη» είναι ξένη προς πολλές από τις κυβερνήσεις της ηπείρου. Επιπλέον,

η λογική του Monnet, σύμφωνα με την οποία κάθε κρίση στην ΕΕ θα πρέπει να χρησιμεύσει ως ευκαιρία για περαιτέρω ολοκλήρωση, έχει φθάσει στα όριά της.

Δεύτερον, η ομοσπονδιοποίηση δεν θα λύσει το βασικό πρόβλημα που είναι ότι η μοίρα μιας χώρας μέσα σε ένα ζώνη νομίσματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δικές της οικονομικές επιλογές. Πολιτικές για την έρευνα, την καινοτομία, την αγορά εργασίας θα εξακολουθήσουν να είναι το κλειδί για την ανταγωνιστικότητα και αυτό είναι κομμάτι των εθνικών πολιτικών.

Λειτουργικές λύσεις στο μεσοδιάστημα

Οι κανόνες είναι απαραίτητοι για τη διασφάλιση του συντονισμού των εθνικών οικονομικών πολιτικών από τα κράτη μέλη της ΟΝΕ. Ωστόσο, όπως πρόσφατα επαναλαμβάνεται συχνά από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι αλήθεια ότι η μακροπρόθεσμη αξιοπιστία και η βιωσιμότητα της ΟΝΕ απαιτεί την ενίσχυση των οργάνων, ώστε να μπορούν να επιτύχουν δύο στόχους: (1) να διασφαλίσουν ότι θα τηρούνται οι κανόνες της ΟΝΕ και (2) να συνθέτουν τις οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές για την ΟΝΕ. Μόνο ένα τέτοιο σύστημα θα επιτρέψει στην ΟΝΕ να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην διαμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και πιο ακόμα πιο ενεργό στις περιόδους των οικονομικών διαταραχών που επηρεάζουν ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή ακόμα και την ΟΝΕ ως σύνολο.

Πέρα από τους δημοσιονομικούς κανόνες, βάρος είναι προτιμότερο να δοθεί στην πορεία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στους δείκτες της επένδυσης των Κρατών στην Παιδεία και την Καινοτομία. Οι εθνικοί αυτοί πόροι θα πρέπει να εξαιρούνται από τον υπολογισμό στο έλλειμμα και το πεδίο της δαπάνης τους θα συναποφασίζεται από κοινού με την Επιτροπή, ώστε να αποφεύγονται λογιστικές παρεκτροπές στους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Για την εφαρμογή μιας πραγματικής ΟΝΕ και μίας απτής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, χρειάζεται η δημιουργία μίας κοινής ευρωπαϊκής φορολογίας και νέα εργαλεία αντιμετώπισης του ευρωπαϊκού χρέους συνολικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία μιας δημοσιονομικής ένωσης για την Ευρωζώνη (προϋπολογισμός δηλαδή, της Ευρωζώνης), αποτελεί θεμελιώδες βήμα, έστω και αν στην αρχή η χρηματοδότησή της εξασφαλίζεται από τις εθνικές συνεισφορές μόνο. Ένας τέτοιος προϋπολογισμός της Ευρωζώνης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση ασύμμετρων σοκ, ακόμα και με άμεσες ευρωπαϊκές επενδύσεις και μεταφορές κεφαλαίου.

Η αύξηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων της ΟΝΕ πρέπει να συνοδεύεται από έναν ενισχυμένο ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ιδιαίτερα των βουλευτών που εκλέγονται σε χώρες της ΟΝΕ, ως προς την παρακολούθηση, τον έλεγχο και τις νομοθετικές πρωτοβουλίες επί των οικονομικών, δημοσιονομικών και κοινωνικών πολιτικών στην ΟΝΕ.

Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί στη συμμετοχή των Εθνικών Κοινοβουλίων, που εκφράζουν άμεσα τους πολίτες – έως ότου προχωρήσει η ιδέα για πανευρωπαϊκά κόμματα – και στην ενίσχυση της κοινοβουλευτικής πτυχής. Τα Εθνικά Κοινοβούλια πρέπει να διαθέτουν τη δυνατότητα παρέμβασης πάνω στις αποφάσεις που αφορούν

την ΟΝΕ. Χρήσιμη θα είναι σε αυτή την κατεύθυνση και η σύσταση μίας υπό-επιτροπής για τη ζώνη του ευρώ, εντός του ΕΚ, που θα πρέπει να είναι ανοικτή σε όλους τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επίσης, μία «διακοινοβουλευτική διάσκεψη της ΟΝΕ» θα μπορούσε να συμβάλλει στο διάλογο και την αλληλοκατανόηση ανάμεσα στα ΚΜ της ΟΝΕ, καθώς οι σχέσεις ανάμεσα σε πολλές έχουν τρωθεί εξαιτίας παρεξηγήσεων που δημιουργούν τεχνητά και αντιθετικά υποσύνολα χωρών, όπως πχ Βορράς – Νότος κλπ.

Συνειδητός φιλοευρωπαισμός

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ούτε ενός τεχνοκρατικού και πολιτικά αφυδατωμένου φιλοευρωπαϊσμού αλλά ούτε και ενός ακαδημαϊκού - ακτιβιστικού φιλοευρωπαϊκού βολονταρισμού.

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση πρέπει να ικανοποιεί τις προσδοκίες, τις ανησυχίες και τις ανάγκες ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, την πλειοψηφία του ευρωπαϊκού «δήμου».

Η ευρωπαϊκή πορεία προς την περαιτέρω ενοποίηση πρέπει να συνιστά εγγύηση και υπόβαθρο ασφάλειας, αλληλεγγύης και δημοκρατίας. Πρέπει να σηματοδοτεί ένα δίκαιο μέλλον για όλους.

Subscribe to this RSS feed