Log in

Δελτίο [Εκλογικό] Πολιτικής Ανάλυσης κι Εκτίμησης (αρ. 70)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Οι πιο «κανονικές» εκλογές από το 2009, η πολιτική υπεροχή στης ΝΔ χωρίς «ιδιόκτητη» ψήφο, το νέο μοντέλο διακυβέρνησης, η «ευπρόσδεκτη» ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και η «δύσκολη» επόμενη μέρα, το προστατευμένο στην …παγίδα του ΚΙΝ.ΑΛ., ο νέος κοινοβουλευτικός χάρτης και η ανοιχτή μάχη του Κέντρου με τους διεκδικητές του είναι τα θέματα του παρόντος «Εκλογικού» Δελτίου Πολιτικής Ανάλυσης κι Εκτίμησης του ΔΙΚΤΥΟΥ. 

Εκλογές 2019: Το βασανισμένο σκαρί σε πιο ήρεμα νερά

«Επιστροφή στην κανονικότητα» μπορεί να θεωρηθεί για τα εθνικά δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας η πραγματοποίηση εθνικών εκλογών και η κυβερνητική εναλλαγή χωρίς να διακυβεύεται η οικονομική σταθερότητα και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Το άθροισμα  της δύναμης των δυο πρώτων κομμάτων που ξεπέρασε το 70% και η επίτευξη καθαρής αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα μπορεί να προστεθεί στα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την αναμέτρηση του Ιουλίου από όσες πραγματοποιήθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης ενώ οι πολύ πρόσφατα ολοκληρωμένοι εκλογικοί κύκλοι (Αυτοδιοίκηση, Ευρωεκλογές) μαζί με την συνταγματική αποσύνδεση της εκλογής ΠτΔ από την πραγματοποίηση εκλογών, ισχυροποιούν τις πιθανότητες μιας ακόμα «καθαρής 4ετίας» για την πορεία της κυβέρνησης και την διάταξη του κοινοβουλίου. Θαυμάσια εξέλιξη που απομακρύνει το πολιτικό σύστημα από τα βαθύτερα αποτυπώματα της κρίσης αποτελεί και ο εξοβελισμός του ναζιστικού μορφώματος εκτός του ελληνικού κοινοβουλίου. Κι εδώ θα λέγαμε πως ολοκληρώνονται τα εκλογικά χαρακτηριστικά που μας συνδέουν με το «ομαλό» παρελθόν καθώς μια σειρά από ιδιαιτερότητες κι επίκαιρες προσεγγίσεις αφορούν το πολιτικό τοπίο μετά την 7η Ιουλίου:

Νέα Δημοκρατία: Πολιτική υπεροχή – ρευστή ψήφος

Με την ξεκάθαρη επικράτηση της η Νέα Δημοκρατία επιβεβαίωσε τις μετρήσεις κοινής γνώμης και επικύρωσε το πολιτικό προβάδισμα που είχε ανακτήσει από τον Ιανουάριο του 2016, όταν πραγματοποιήθηκε η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία του κόμματος. Η εκλογή του κ. Μητσοτάκη αποτελεί κομβικό σημείο που καθόρισε τις εξελίξεις ως την τελική νίκη της ΝΔ καθώς –όπως είχαμε σημειώσει σε παλαιότερες αναλύσεις μας - αποτέλεσε το άμεσο «αντιπαράδειγμα» στο προφίλ, την πολιτική και την ρητορική του Αλέξη Τσίπρα.

Από εκείνη την ημερομηνία και μετά η ΝΔ δεν απώλεσε ποτέ –παρά τις διακυμάνσεις- την πρώτη θέση σε όλες τις δημοσκοπήσεις, τα ποιοτικά στοιχεία των οποίων κατέγραφαν την όλο και μεγαλύτερη πολιτική επιρροή της ΝΔ στο εκλογικό σώμα. Υπό την ηγεσία του κ. Μητσοτάκη η ΝΔ δεν κατάφερε μόνο να αποσβέσει μεγάλο μέρος της κυβερνητικής καταψήφισης (2012-2015) αλλά και να ανασχέσει την «φυσική» φθορά της ως ένα εκ των δύο παραδοσιακών κόμματών που κυριάρχησαν στην μεταπολίτευση. Ένα στοίχημα καθόλου εύκολο για την ηγεσία του κόμματος αφού προέβλεπε την πολιτική μεταστροφή σε κομβικά ζητήματα στρατηγικής (οικονομία, κράτος, παιδεία κ.α.), την άσκηση δύσκολων εσωκομματικών ισορροπιών και την επίτευξη ουσιαστικής ανανέωσης μέσα από την στελέχωση του κόμματος. Η μετριοπάθεια στο ύφος και την ρητορική, η στόχευση σε έννοιες και αρχές φιλελεύθερης φυσιογνωμίας και ο ορισμός του κεντρώου χώρου ως κύριου διεκδικητικού εκλογικού πεδίου προσέδωσαν στη ΝΔ τα απαραίτητα εφόδια διεκδίκησης της αυτοδυναμίας.

Στον πίνακα (Public Issue, 2017) που ακολουθεί διακρίνουμε το επίτευγμα της ΝΔ (σε συνδυασμό με τις αστοχίες, το ύφος και ήθος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) να προκαλέσει και να καρπωθεί μόνη της, την άνοδο της δημοφιλίας εννοιών και αρχών που παραδοσιακά απορρίπτονταν ή είχαν ενοχοποιηθεί στην μεγαλύτερη διάρκεια της μεταπολίτευσης.  Αντίστοιχα η αύξηση των αρνητικών απόψεων για τις έννοιες αυτές διαιρέθηκε σε περισσότερες δυνάμεις του πολιτικού φάσματος.

Παρά το σαφές προβάδισμα και την δημιουργία της κρίσιμης πλειοψηφίας που ακολούθησε την ΝΔ κατά τα χρόνια της αντιπολίτευσης και εκφράστηκε υπέρ της στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις (Μαϊου & Ιουνίου) ένα σημαντικό στοιχείο που καταγράφηκε στην ενδιάμεση έρευνα της Alco (Ιουν. 2019) μας δείχνει πως από το πλειοψηφικό ρεύμα της ΝΔ δεν λείπει το συνηθισμένο σε ευρωπαϊκό επίπεδο φαινόμενο της ρευστότητας της ψήφου και τις μετακίνησης ψηφοφόρων ανάμεσα στα κόμματα, ανάλογα με το ερώτημα και το διακύβευμα της κάθε αναμέτρησης. 4 στους 10 ψηφοφόρους της ΝΔ (Μαϊου 2019) απαντούν πως η ψήφους τους αποτελεί τιμωρία για τον ΣΥΡΙΖΑ κι όχι θετική ψήφο στη ΝΔ. Αν αφαιρέσουμε αυτό το ποσοστό από τους ψηφοφόρους του Ιουλίου τότε βρίσκουμε τα εκλογικά «στεγανά» του κόμματος που είναι το ποσοστό του Μαΐου 2012 (Α. Σαμαράς - περίπου 20%), όπου η ΝΔ προσήλθε στην κάλπη χωρίς ισχυρό αντίπαλο και χωρίς άμεσο διακύβευμα (το οποίο τέθηκε στην αμέσως επόμενη αναμέτρηση).

Η συγκεκριμένη κάρτα στέλνει πολλαπλά μηνύματα προς την ηγεσία του κόμματος αλλά και προς το πολιτικό σύστημα συνολικά πως δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια σχεδιασμών και υπολογισμών με την παλαιά νοοτροπία της «ιδιοκτησίας» των ψηφοφόρων. Φαινόμενο το οποίο οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη της η ηγεσία της ΝΔ κατά την άσκηση της διακυβέρνησης.

Κυβέρνηση: Πολιτική πτήση με τεχνοκρατισμό και οργάνωση

Τα πρώτα δείγματα στελέχωσης και οργάνωσης του κυβερνητικού σχήματος μέχρι στιγμής, πράγματι δείχνουν αξιοσημείωτη απομάκρυνση από την ταύτιση κόμματος-κράτους την οποία παραδοσιακά στην Ελλάδα εφάρμοζε η συντηρητική παράταξη, ακόμα και σε περιόδους συνεργασιών (συμφωνία 4-2-1 με ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ). Η διάρθρωση της κυβέρνησης (οργανωτικό σχήμα, διαφάνεια, έλεγχος των υπουργών μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί, τεχνοκράτες υφυπουργοί με αρμοδιότητες παρά τω πρωθυπουργό) θυμίζουν αρκετά την 1η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου το 2009.

Το ξέσπασμα της κρίσης τότε και οι ραγδαίες εξελίξεις δεν έδωσαν περιθώρια να δοκιμαστεί ουσιαστικά αυτό το μοντέλο παρότι εκείνο το κυβερνητικό σχήμα άφησε ορισμένες μεταρρυθμίσεις που αποτελούν σημείο αναφοράς των δυνατοτήτων διακυβέρνησης της σύγχρονης Ελλάδας.

Ο συνδυασμός οργάνωσης της κυβέρνησης με στόχους εκ των προτέρων, η συμμετοχή πολιτικών πρόσωπων που παίρνουν τα χαρακτηριστικά της υλοποίησης των στόχων, οι τεχνοκράτες που αναλαμβάνουν αρμοδιότητες εξαιρετικά εξειδικευμένες δείχνουν να αποτελούν την διοικητική διέξοδο σε μια εποχή που οι εθνικές πολιτικές είναι περιορισμένες. Από την συνέπεια εφαρμογής του μοντέλου ειδικά στο επίπεδο της αξιολόγησης και από την ανταπόκριση του στην διαχείριση των νομοτελειακών κρίσεων και απρόσμενων γεγονότων θα φανεί η αποτελεσματικότητα του.

Στο επίπεδο του πολιτικού συμβολισμού, τα προεκλογικά ανοίγματα του Πρωθυπουργού στο χώρο της κεντροαριστεράς εκφράστηκαν στο κυβερνητικό σχήμα κατά κανόνα από πρόσωπα με «τεχνική κατάρτιση» και επαγγελματικά προσόντα κι όχι από πολιτικές προσωπικότητες (με μια μόνη εξαίρεση) της κεντροαριστεράς. Αυτή η ιδιαιτερότητα μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμος παράγοντας στην διεκδίκηση της κυριαρχίας στον χώρο του Κέντρου. Αντίστοιχο εμπόδιο μπορεί να αποδειχθεί το σοβαρό και διαχρονικό ζήτημα υπό-εκπροσώπησης των γυναικών στο κυβερνητικό σχήμα. Η σημερινή εικόνα ανατρέπει την πρόοδο που είχε συντελεστεί (2009-2012 και 2015-2019).

ΣΥΡΙΖΑ: «Ζήτω που ηττηθήκαμε»

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην δυσχερή θέση διαχείρισης μιας σειράς σύντομων και μεγάλων εκλογικών αποτυχιών. Παρ’ όλα αυτά το ποσοστό το οποίο συγκράτησε στις εθνικές εκλογές (31.53%) έδωσε την δυνατότητα στην ηγεσία και τα στελέχη του να εκφράσουν ακόμα και ικανοποίηση για το αποτέλεσμα. Είναι πράγματι μια σημαντική επίδοση αν υπολογίσει κανείς τον απολύτως λάθος εκλογικό σχεδιασμό του Μαϊου, την απόσταση της ηγεσίας του από την «δημοσκοπική» και κοινωνική πραγματικότητα και την μεγάλη κυβερνητική φθορά της 4ετίας. Υπάρχουν ωστόσο ορισμένα εκλογικά και μετ’ εκλογικά χαρακτηριστικά τα οποία θα καθορίσουν σημαντικά το μέγεθος, την πορεία και την φυσιογνωμία του ιδιόμορφου κι αρκετά ρευστού αυτού πολιτικού χώρου από εδώ και πέρα:

  1. Η ανταπόκριση και αφομοίωση των κραδασμών απομάκρυνσης από την κυβέρνηση, ιδιαίτερα για ένα κυβερνητικό κόμμα που ταυτίστηκε ολοκληρωτικά με το κράτος και την δημόσια διοίκηση. Η απώλεια θέσεων εξουσίας και πόρων θα αποτελέσει σκληρή δοκιμασία τόσο για τα στελέχη που θα παραμείνουν όσο και για την διατήρηση της κομματικής συνοχής που χτίστηκε κατά την κυβερνητική περίοδο.
  2. Ασαφές ιδεολογικό στίγμα και πολιτικό αφήγημα. Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα διαμαρτυρίας της ριζοσπαστικής αριστεράς σε δύναμη κυβερνητικού ρεαλισμού και εξουσιαστικού κυνισμού (συνεργασία με ΑΝΕΛ, απότομη μεταστροφή προς σοσιαλδημοκρατία) προδίδουν έναν αρκετά ρευστό και ανομοιογενή πολιτικό φορέα. Οι διαδικασίες μετεξέλιξης του ως αντιπολιτευτικό πλέον κόμμα δεν θα περάσουν ανώδυνα ούτε διαθέτουν εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
  3. Προσωποπαγές κόμμα με «ασπονδύλωτη» υπόσταση. Εκτός από τον πολύ μικρό αριθμό κομματικών μελλών, την ανυπαρξία εκπροσώπησης σε αυτοδιοίκηση, επαγγελματικούς, κοινωνικούς φορείς και συνδικαλισμό, ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει μεγάλα κενά πολιτικής αντιπροσώπευσης. Χαρακτηριστικό στοιχείο που προκύπτει από την δειγματοληπτική μελέτη απόδοσης της σταυροδοσίας των ψηφοδελτίων του σε περιφέρειες ενός σταυρού είναι η εμφάνιση ποσοστού κατά μ.ο. άνω του 20% μη σταυρωμένων ψηφοδελτίων (την στιγμή που για ΝΔ, ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ είναι κάτω του 10%). Τα κενά αυτά υποστελέχωσης έγιναν προσπάθειες να καλυφθούν από βεβιασμένες κεντροαριστερές «μεταγραφές», από την «απορρόφηση» των ΑΝΕΛ και από κοσμικές προσωπικότητες, οι οποίες όμως απέδωσαν μόνο κατά περίπτωση. Σε κάποιες περιπτώσεις στοίχισαν την εκλογή κεντρικών πολιτικών στελεχών (πχ του πρ. γραμματέα ΣΥΡΙΖΑ).
  1. Το κυβερνητικό παρελθόν. Το ύφος, το ήθος και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας για 4μιση χρόνια έχουν αφήσει αρνητική παρακαταθήκη που δικαιολογεί εν πολλοίς και το εκλογικό αποτέλεσμα. Η εμφανής αναποτελεσματικότητα σε ζητήματα διοίκησης του κράτους, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η αδυναμία ανταπόκρισης σε κρίσεις και φυσικές καταστροφές αλλά και μια σειρά από κυβερνητικές υποθέσεις ποινικού περιεχόμενου είναι πολύ πιθανό να επιφέρουν επιπλέον κόστος στην εικόνα του κόμματος κατά την αντιπολιτευτική περίοδο.

Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν σαφείς ενδείξεις πως ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί έναν ομοιογενή και σταθεροποιημένο πολιτικό πόλο στο πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα του Ιουλίου δείχνει βεβαίως μια αξιοσημείωτη κοινωνική αποδοχή όμως ο τρόπος που θα αντιμετωπίσει η ηγεσία του -μέσω εσωτερικών στρατηγικών και διεργασιών- τις παραπάνω προκλήσεις θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την αντιπολιτευτική του πορεία και την πολιτική του ανάπτυξη ή συρρίκνωση. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επιλέξει αν θα αναπτύξει μια νέα αντιπολιτευτική στρατηγική σε σχέση με το πρόσωπο που είχε δείξει από την ίδρυσή του έως και την κατάληψη της εξουσίας ή αν θα ακολουθήσει την …γενετική του υπόσταση αντιπολιτευόμενος «εν χορδές και οργάνοις». Η απόδοση όμως και η αποτελεσματικότητα της όποιας τακτικής του πλέον δεν εξαρτάται από τον ίδιο αλλά από την επιτυχία ή μη του μεταρρυθμιστικού σχεδίου της κυβέρνησης και την ποιότητα της διοίκησης που θα ασκηθεί κατά την τρέχουσα 4ετία.

Κίνημα Αλλαγής: Σε δίχτυ προστασίας και παγίδευσης

Σε ανύποπτο εκλογικά χρόνο είχαμε αναφερθεί διεξοδικά σε αναλύσεις του ΔΙΚΤΥΟΥ, στον κίνδυνο εγκλωβισμού του κατεξοχήν φορέα της κεντροαριστεράς (με όποια ονομασία είχε κατά καιρούς) ανάμεσα στον όψιμο και ιδιότυπο δικομματισμό ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ. Δυστυχώς ο κίνδυνος αυτός δεν αποφεύχθηκε και αυτό οφείλεται σε δυνάμεις που υπερέβαιναν τον φορέα αλλά και σε δικές του κινήσεις, στρατηγικές και πρόσωπα. Παρ’ όλα αυτά το Κίνημα Αλλαγής διατήρησε τα ποσοστά του στις εκλογές του Ιουλίου με απόλυτη αύξηση ψηφοφόρων σε σχέση με το 2015. Έδειξε έτσι πως έχει δημιουργήσει ένα «δίχτυ προστασίας» από την φθορά αλλά ταυτόχρονα το ίδιο αυτό δίχτυ το κρατάει παγιδευμένο σε συγκεκριμένο μέγεθος και ρόλο στο πολιτικό σύστημα.

Σημειώνουμε εδώ πως οι εκ δια μέτρου αντίθετες επιδόσεις του κόμματος στο Λεκανοπέδιο Αττικής και τα μεγάλα αστικά κέντρα σε σχέση με την υπόλοιπη περιφέρεια μας δείχνουν δύο πράγματα: 1) Εκεί που μετράει η κεντρική στρατηγική και η ανώτερη εκπροσώπηση του κόμματος οι επιδόσεις ήταν χαμηλές (4ο κόμμα σε Αττική) ενώ 2) εκεί που χρειάζεται ιστορικές ρίζες με την κοινωνία και ικανά στελέχη κατέγραψε κατά κανόνα διψήφια ποσοστά και κατέκτησε (ανά δήμο) ακόμα και την 1η ή 2η θέση. Σε κάθε περίπτωση το επόμενο αντιπολιτευτικό διάστημα θα είναι καθοριστικό για την βιωσιμότητα και κυρίως για την παρουσία και εξέλιξη του φορέα μέσα στο πολιτικό σύστημα.

Το νέο κοινοβουλευτικό πλανητάριο

Η απόλυτη σταθερότητα του ΚΚΕ σε ποσοστά και κοινοβουλευτική δύναμη δεν εξέπληξε κανέναν, αξίζει να σημειωθεί πάντως η άρση κάθε σύνδεσης με το υπόλοιπο εκλογικό σώμα καθώς από την πτώση μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να καρπωθεί τίποτα. Όσον αφορά τα υπόλοιπα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης μπορούμε να μιλήσουμε για δύο προσωποπαγείς (ναρκισσιστικού ύφους) αντιπολιτευτικούς «δορυφόρους», έναν εκ δεξιών της ΝΔ (Ελληνική Λύση) κι έναν εξ αριστερών του ΣΥΡΙΖΑ (Μερα25) που θα λειτουργήσουν ως «μαγνητικά πεδία» στον όψιμο δικομματισμό, ορίζοντας εν πολλοίς και κάποια όρια στις κινήσεις των μεγαλύτερων σχηματισμών. Ιδιότητα την οποία βέβαια θα χρειαστεί να κατακτήσουν μέσα στο κοινοβούλιο καθώς ελλοχεύει πάντοτε η πιθανότητα της κοινοβουλευτικής μας παράδοσης να μην αποτελέσουν καν δορυφόρους αλλά περαστικούς …κομήτες βραχείας λαϊκιστικής τροχιάς.

Η μάχη του Κέντρου συνεχίζεται

Κατά την εκτίμησή μας οι παραδοσιακοί πόλοι του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού δεν έχουν ακόμα παγιωθεί. Το επόμενο χρονικό διάστημα μέσα από κοινωνικές διεργασίες, ανακατατάξεις και γενικότερες εξελίξεις στο ευρωπαϊκό και διεθνές στερέωμα, θα αποτελέσει ένα πολιτικό εργαστήρι νέων πολιτικών συνθηκών και φυσιογνωμιών. Η ΝΔ –που έχει και το προβάδισμα των κινήσεων ως κυβέρνηση- ποντάρει στο κυβερνητικό-τεχνοκρατικό κέντρο και ο ΣΥΡΙΖΑ στην κεντρώα μετεξέλιξη. Για το ΚΙΝΑΛ το πρώτο στοίχημα είναι η επιβίωση. Από την αποτελεσματικότητα ή μη της κυβέρνησης στην προγραμματική αντιπαράθεση και την διαχείριση κρίσεων θα εξαρτηθεί το πάτημα της ΝΔ στον κεντρώο χώρο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη για να πλησιάσει το Κέντρο χρειάζεται να αναπτύξει χαρακτήρα υπευθυνότητας, θεσμικής σοβαρότητας και αντιπολιτευτικής αξιοπιστίας, στοιχεία «ξένα» προς τις ρίζες και το προφίλ του. Το επόμενο χρονικό διάστημα θα φανεί αν οι αδυναμίες του «ασχημάτιστου» δικομματισμού δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για έναν νέο αυτόνομο πόλο εκπροσώπησης του Κέντρου, ο οποίος θα υποδεχθεί τις ανέστιες, ασφυκτιούσες και απέχουσες σήμερα δυνάμεις.

Γιώργος Παπούλιας, Πολιτικός Επιστήμονας ΜΑ - Συνεργάτης Δικτύου