Log in

Δελτίο Πολιτικής Ανάλυσης κι Εκτίμησης (αρ. 44)

Η τελματωμένη κατάσταση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας εν όψει των γερμανικών εκλογών και στον απόηχο των γαλλικών και η απουσία θαρραλέας αποδοχής ενός ακόμα προγράμματος μεταρρυθμίσεων από το ελληνικό πολιτικό σύστημα (ownership) ως στοιχείο βαθιάς πολιτικής ανωριμότητας, είναι τα θέματα του νέου Δελτίου του ΔΙΚΤΥΟΥ.

 

Μεταξύ φθοράς και ψηγμάτων ζωής

Εδώ και λίγα χρόνια – τουλάχιστον από το 2009 και μετά – οι συζητήσεις και οι αναζητήσεις για τις τεκτονικές αλλαγές και μετατοπίσεις στο πολιτικό σκηνικό, εστιάζονται στην κατακόρυφη άνοδο του λαϊκισμού σε όλο το φάσμα της πολιτικής. Αυτή η ανάγνωση είναι μεν σωστή, παραγνωρίζει δε τη σημαντικότερη επίπτωση της κρίσης στο πολιτικό σκηνικό και αυτό είναι η αντίστοιχη κατακόρυφη κάμψη της σοσιαλδημοκρατίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε αν θέλουμε να βρούμε την ρίζα του προβλήματος.

Όχι πολύ καιρό πριν, φάνηκε ότι η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία-ο γάμος του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς με κάποια μορφή κοινωνικής ασφάλειας-αναλαμβάνει τα ηνία στον κόσμο. Σε εκείνη την εφήμερη στιγμή που «η ιστορία τελείωσε» και ο Τρίτος Δρόμος άρχιζε, οι κεντροαριστεροί πολιτικοί υλοποιούσαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ευχαριστούσαν τη…Θάτσερ, διατηρώντας, όμως το στόχο της κοινωνικής προστασίας.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-08, που συγκλόνισε τις κεφαλαιαγορές και τη νεοφιλελεύθερη «συναίνεση της Ουάσινγκτον»[1], φαινόταν πιθανό να οδηγήσει σε αριστερή στροφή. Η κατάρρευση της αγοράς, πολλοί σκέφτηκαν, θα επιφέρει αυστηρότερη ρύθμιση της αγοράς, η οποία θα ωφελούσε εκείνους στην αριστερά που υποστήριζαν μεγαλύτερη ανακατανομή του εισοδήματος και λιγότερη ασυδοσία στην αγορά.

Ωστόσο, λίγοι θυμούνται τις εκκλήσεις για επαναστάσεις… που δεν υλοποιούνται.
Η κρίση δεν προκάλεσε την άνοδο των σοσιαλδημοκρατών. Αντίθετα, προκάλεσε τη διάλυση τους.
Σήμερα αυτό που αποτελεί κυρίαρχη πολιτική τάση δεν είναι η άνοδος του λαϊκισμού, αλλά η ραγδαία αποδυνάμωση του κεντρώου προοδευτικού χώρου.

Η κατάσταση αυτή πλέον αποτυπώνεται με έναν νεολογισμό ελληνικής υφής, τον όρο pasokification, που δηλώνει την ραγδαία απίσχνανση των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας σε χώρες που υφίστανται κρίσεις.

Στην Ανατολική Ευρώπη τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι σχεδόν ανύπαρκτα, στη Γαλλία, την Ολλανδία έχουν κατακρημνιστεί, ενώ σε Ιταλία και Ισπανία μπορεί να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση, αλλά ταλανίζονται από εσωτερικές αψιμαχίες.

Τέλος, το εργατικό κόμμα της Μ. Βρετανίας είναι αρκετά αδύναμο και το SPD παραπαίει μετά την κάμψη του Schulz effect.

Ο αναδυόμενος λαϊκισμός δεν είναι ιδεολογικός. Περισσότερο, είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που δεν απαντά στο μανιχαιστικό αριστερό-δεξιό δίπολο.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Marine Le Pen και ο Ολλανδός Geert Wilders  είναι τόσο επικριτικοί απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, όπως κόμματα του άλλου άκρου στην Αριστερά.

Πάνω σε αυτό το ισχυρό δεδομένο βασίζεται εδώ και καιρό και η εδραία άποψη του Δελτίου, ότι οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι πλέον μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. Ο λαϊκισμός έχει υπερβεί αυτό τον παρωχημένο διαχωρισμό και για αυτό καλπάζει. Ενώ, η ρομαντικά άκαμπτη σοσιαλδημοκρατία επιμένει να προσπαθεί να αναστυλώσει έναν ιδεολογικό διπολισμό που δεν υπάρχει όπως τουλάχιστον υπήρχε.

Τα πολιτικά κόμματα έρχονται και παρέρχονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιδεολογίες.

Αυτό που διακυβεύεται φέτος στις εκλογικές αναμετρήσεις της Ευρώπης δεν είναι μόνο η υπερβολική άνοδος του λαϊκισμού, αλλά και η εκλογική απήχηση των σοσιαλδημοκρατικών αξιών στην μεταβιομηχανική εποχή.

Το Pasokification είναι ένα εύλογο αποτέλεσμα που πλήττει τα κόμματα που δεν έχουν απαντήσει στα λογικοφανή ερωτήματα που θέτουν οι λαϊκιστές.

Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα στη Γαλλία, και ενδεχομένως στην Ιταλία μέσα σε ένα χρόνο, δείχνει ότι δεν είναι ακόμα καιρός να πετάξουμε τη σοσιαλδημοκρατία στον κάδο της ιστορίας.

Η εγκατάλειψη του κέντρου είναι η χειρότερη στρατηγική. Χειρότερη και από την μονομανή αναζήτηση ενός ηγέτη που θα κινητοποιήσει – άγνωστο πώς – την ωραία (κεντρώα) κοιμωμένη πλειοψηφία από τον βαθύ της ύπνο.

Το άλογο μπροστά από το κάρο. Οι πολιτικές προηγούνται.

 

Και όμως υπάρχουν ακόμα «αντιμνημονιακοί»

Η κυβέρνηση ψήφισε μέτρα με τα οποία διαφωνεί, αλλά αναγκάστηκε να τα λάβει εξαιτίας των δανειστών και κυρίως του ΔΝΤ ενώ απειλεί να μην τα εφαρμόσει.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, αν και κατηγορεί – και σωστά-  την κυβέρνηση για απουσία «ιδιοκτησίας» επί των μέτρων, τα αποκηρύσσει και τα καταψηφίζει ενώ καταθέτει και τροπολογία για ένα νομοσχέδιο… που θα καταψηφίσει!!!  

Τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης και κυρίως το ΠΑΣΟΚ που ψήφισε τρία Μνημόνια με περίσσευμα πολιτικού θάρρους, ρέπουν προς έναν κωμικό αντιμνημονιακό λόγο που θυμίζει ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ του 2009-2012.
Τελικά, κάθε Κυβέρνηση θα είναι μνημονιακή και κάθε αντιπολίτευση αντιμνημονιακή.

Προτάσεις, σκέψεις και ιδέες περί αποχής, περί αποχώρησης των κομμάτων από την ψήφιση των μέτρων ακούστηκαν αυτές τις ημέρες προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ να χρεωθεί όλα τα μέτρα και τη ρετσινιά τους. Αυτά ανήκουν στη σφαίρα της μικροκομματικής οπαδικής τακτικής.

Η περίπτωση της Πορτογαλίας


Τέλη του 2010 την Πορτογαλία κυβερνά το σοσιαλιστικό κόμμα του Σόκρατες, αλλά χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Την άνοιξη του 2010 οι Πορτογάλοι είχαν υπογράψει ένα Μνημόνιο διετούς λιτότητας που θα μείωνε το έλλειμμα από το 9,4% σε 4,6% το 2011.

Τα μέτρα ψηφίστηκαν και από την Κυβέρνηση και από την Αντιπολίτευση!

Τη στιγμή που στην Ελλάδα το πολιτικό προσωπικό μιλούσε για μία σύντομη καταιγίδα, τα τρία μεγαλύτερα κόμματα της Πορτογαλίας ψήφιζαν από κοινού το πορτογαλικό Μνημόνιο…

Λίγους μήνες μετά η Κυβέρνηση και η Αντιπολίτευση στην Πορτογαλία ενώ είχαν συμφωνήσει στο δρόμο του Μνημονίου διαφωνούσαν για τον τρόπο υλοποίησης.

Η Κυβέρνηση ζητούσε αυξήσεις φόρων ενώ οι συντηρητικοί περικοπές δημοσίων δαπανών. Τελικά βρέθηκε συμβιβασμός και ακολούθησε μία απεργία μάλλον για το θεαθήναι…

Λίγους μήνες αργότερα τα επιτόκια των πορτογαλικών ομολόγων δεν είχαν ηρεμήσει από τη εφαρμοζόμενη λιτότητα. Το ΔΝΤ ήταν προ των πυλών. Η Κυβέρνηση πέφτει και προκηρύσσονται εκλογές. Ο Πολ Τόμσεν φθάνει στη Λισαβόνα και διαπραγματεύεται όχι μόνο με την Κυβέρνηση, αλλά και με την Αντιπολίτευση.

Η προεκλογική της πλατφόρμα άλλωστε ήταν ότι μπορεί να εφαρμόσει καλύτερα από την Κυβέρνηση το Μνημόνιο γιατί εκείνη πιστεύει σε αυτή την πολιτική, ενώ η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να την εφαρμόσει.

Στις εκλογές που ακολούθησαν τρία κόμματα με την ίδια περίπου οικονομική πολιτική αγωνίζονταν για την εξουσία.
Αυτά αλλού, εδώ καμία πολιτική δύναμη της χώρας δεν ανέλαβε την πραγματική «ιδιοκτησία» κανενός προγράμματος. Τα κόμματα τήρησαν μία στάση που κυμαίνονταν από την πλήρη άρνηση (Ζάππεια και Τσίπρας προ εξουσίας), έως εκείνην του «αναγκαίου κακού», (ΠΑΣΟΚ 2010). 

Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα ουδέποτε απέκτησε μια λεγόμενη «εθνική γραμμή» σε ό,τι αφορά στους τρόπους υπέρβασης της κρίσης. 

Μόνη κοινή συνισταμένη του συνόλου των κυβερνήσεων της τελευταίας επταετίας υπήρξε η μείωση μισθών και συντάξεων και η υπερφορολόγηση, ενώ σε ό,τι αφορά στις περίφημες «μεταρρυθμίσεις», ελάχιστες ολοκληρώθηκαν και εφαρμόζονται.

Αντίθετα, το αφήγημα «εμείς δεν έχουμε άλλη επιλογή, αλλά και οι προηγούμενοι τα ίδια έκαναν», όπως και η πλήρως αντιμνημονιακή ρητορική, την οποία πλέον τηρούν μόνον πολιτικοί σχηματισμοί των άκρων, δεν οδηγεί πουθενά.

Τελικά, όλοι κρύβουν έναν αντιμνημονιακό μύθο μέσα τους που όμως δεν διδάσκει, αλλά παραπλανά και μας απομακρύνει από τη λύτρωση.

Γιάννης Μαστρογεωργίου, Διευθυντής Δικτύου

Γιώργος Παπούλιας, Πολιτικός Επιστήμονας - Συνεργάτης Δίκτύου

 

[1] https://en.wikipedia.org/wiki/Washington_Consensus