Log in

Δελτίο Πολιτικής Ανάλυσης κι Εκτίμησης (αρ. 40)

Οι προεκτάσεις της αξιολόγησης στο πολιτικό σκηνικό, ο απόηχος της επίσκεψης του Αμερικανού Αντιπροέδρου στην ΕΕ και το νέο μοντέλο πολιτικής του Εμ. Μακρόν, είναι τα βασικά θέματα του νέου δελτίου πολιτικής ανάλυσης του ΔΙΚΤΥΟΥ.

                                                

Αξιολόγηση ή αλλιώς ο Σίσυφος της ελληνικής κρίσης

Έγινε ένα βήμα, αλλά για να κλείσει η αξιολόγηση χρειάζονται ακόμα άλματα. Κυρίως εκ μέρους της ελληνικής πλευράς. Η Κυβέρνηση διένειμε ένα non paper οργουελικού περιεχομένου που συνοδεύτηκε από διθυραμβικές δηλώσεις Υπουργών, ισχυριζόμενη ότι και πρόοδο έχει κάνει και κόκκινες γραμμές διατηρεί και τη διαπραγμάτευση συνεχίζει…

Η απόφαση του Eurogroup είναι μία ετεροχρονισμένη απόφαση. Είναι κάτι που θα μπορούσε και θα έπρεπε να έχει αποφασιστεί μήνες πριν!

Η Κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια μετά τον τελευταίο ανασχηματισμό να κλείσει την αξιολόγηση, που αφορά μεταρρυθμίσεις και παρεμβάσεις που η ίδια έχει συμφωνήσει από τον Αύγουστο 2015.

Χάθηκαν, όμως, άσκοπα αρκετοί μήνες…χάθηκε χρόνος κρίσιμος προκειμένου να κερδηθεί πολιτικός χρόνος χρήσιμος, αλλά εθνικά επιζήμιος.

Αυτό που δεν αποσαφηνίζει η κυβέρνηση είναι ότι τα προνομοθετημένα μέτρα θα εφαρμοστούν για το διάστημα μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, ενώ τα «αντισταθμιστικά μέτρα» θα εφαρμοστούν, εφόσον επιβεβαιωθεί ο δημοσιονομικός στόχος, άρα ένα χρόνο αργότερα.  Δηλαδή, οι ψηφισμένες από φέτος περικοπές στο αφορολόγητο και στις συντάξεις θα ενεργοποιηθούν άμεσα το 2019 εάν φανεί πως ο στόχος για τα πλεονάσματα δεν πιάνεται. Ενώ, εάν το 2019 επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% τα «αντισταθμιστικά μέτρα» θα ισχύσουν από τον Απρίλιο του 2020, όταν η Eurostat επικυρώσει το αποτέλεσμα.

Και ποια είναι αυτά τα «αντισταθμιστικά» μέτρα;

Μπορεί η κυβέρνηση με το non paper μετά το Eurogroup, να ισχυρίζονταν ότι δέχθηκε να νομοθετήσει «μεταρρυθμίσεις» οι οποίες θα εφαρμοστούν από τον Ιανουάριο του 2019 «με τον όρο ότι η δημοσιονομική επίπτωση θα είναι ουδέτερη», ο επικεφαλής, όμως, του Eurogroup είπε κάτι διαφορετικό. 

Είπε, ότι θα επιστρέψουν στην Αθήνα τα κλιμάκια για να οριστικοποιηθούν «οι βαθιές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να νομοθετήσει η ελληνική κυβέρνηση στις συντάξεις, στο φορολογικό και στους κανόνες στην αγορά εργασίας» και αν από αυτές προκύψει στο μέλλον κάποιο δημοσιονομικό κενό (προφανώς θετικό), τότε η κυβέρνηση θα μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να προχωρήσει σε μέτρα ενίσχυσης της ανάπτυξης. «Δεν είναι δικά μου αυτά τα λόγια, το «ούτε 1 ευρώ νέα μέτρα», είπε χαρακτηριστικά. Αντίθετα, όπως δήλωσε, «δεν μπορώ να υποσχεθώ το τέλος της λιτότητας».

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να περιγράψουμε αντικειμενικά την κατάσταση όπως διαμορφώνεται σήμερα.

Οι Θεσμοί επιστρέφουν, αλλά τίποτε δεν προδικάζει επιτάχυνση των διαδικασιών ολοκλήρωσης της αξιολόγησης. Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν για εβδομάδες, καθώς, το χρονικό ορόσημο των Ολλανδικών εκλογών θα σπρώξει το χρόνο μετά το Μάρτιο, ενώ ακόμα εκκρεμεί η συμμετοχή του ΔΝΤ, κάτι που θα φανεί εν πολλοίς στη συνάντηση Μέρκελ – Λαγκάρντ.

Όμως, επειδή είναι αδύνατο να συμμετάσχει με νέα κεφάλαια το ΔΝΤ και τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους μετατίθενται για το μέλλον, είναι προφανές ότι δεν τίθεται θέμα ένταξης της χώρας στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης ακόμα.

Το ΔΝΤ δεν μπορεί να συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο τρίτο πρόγραμμα όχι μόνο γιατί το ελληνικό χρέος είναι εξαιρετικά μη βιώσιμο και γιατί διαπιστώνει εδώ και μήνες ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν βγαίνει[1], αλλά και γιατί αρχίζει να ανησυχεί για το 2018 που θα τελειώσει.

Το ΔΝΤ έχει χορηγήσει 17 δισεκ. ευρώ δάνεια στην Ελλάδα με τα προηγούμενα μνημόνια. Για να χρηματοδοτήσει το τρίτο μνημόνιο χρειάζεται θετική έκθεση βιωσιμότητας για το χρέος.

Όμως, στο ΔΝΤ καταγράφεται και ένας άλλος προβληματισμός. Σε 16 μήνες ολοκληρώνεται το τρίτο ελληνικό πρόγραμμα.

Η Ελλάδα χωρίς τη χρηματοδοτική ασφάλεια των μνημονίων θα πρέπει να αντλήσει κεφάλαια κυρίως από τις αγορές, θα μπορέσει όμως, να επιβιώσει στις πιέσεις των αγορών; Δύσκολο. Αυτό που χρειάζεται, άρα, είναι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εξόδου στις αγορές, που θα μετατρέψει την αβέβαιη επιθυμία σε πιθανή βεβαιότητα την έξοδο από το Μνημόνιο το 2018.

Κατά το πιθανότερο σενάριο, αν δεν ολοκληρώσει η χώρα σύντομα όλες τις αξιολογήσεις και δεν δοκιμάσει έξοδο στις αγορές το Β εξάμηνο του 2017, τότε θα οδηγηθεί σε ένα 4ο μνημόνιο που θα σημαίνει ότι στο μεν καλό σενάριο θα χρησιμοποιηθούν τα χρήματα που φαίνεται να περισσεύουν από το 3ο.

Στη δε χειρότερο, ίσως να απαιτηθούν επιπλέον χρήματα από τον ESM με παράλληλη έξοδο στις αγορές και με άγνωστα ακόμα επιτόκια. Θα υπάρξει, δηλαδή, ένας συνδυασμός μέτρων - και συγκεκριμένα ένα 4ο μνημόνιο - με επισφαλή έξοδο στις αγορές.

Μεσοπρόθεσμο ALERT

Σε αυτό το πλαίσιο το ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο το θέμα του χρέους ή των πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά ποιο είναι το σχέδιο για μετά τον Ιούνιο του 2018 οπότε και λήγει το τρίτο Μνημόνιο. Και σε αυτό το σχέδιο η Ελλάδα είναι απούσα, καθώς δεν έχει καν παρουσιάσει ακόμα το δικό της Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, η κατάθεση του οποίου θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάιο του 2016 και έκτοτε χάθηκε μέσα στην αέναη αξιολόγηση…[2]

Χωρίς σχέδιο και πυξίδα, η οικονομία θα βυθίζεται, η κοινωνία θα φτωχοποιείται και πιθανόν κάποιοι να ετοιμάζονται να ανέβουν στο βουβό κύμα της Δραχμής, τον εφιάλτη της οποίας το ΔΙΚΤΥΟ έχει πρώτο παρουσιάσει εδώ και καιρό σε μελέτη του[3]

Ως εκ τούτου, τον Απρίλιο του 2017 αναμένονται τα πιο σημαντικά για το ελληνικό πρόγραμμα, καθώς η Κυβέρνηση θα μας έχει δείξει τις ακριβείς προθέσεις της, το ΔΝΤ θα επανεξετάσει το ελληνικό ζήτημα και θα αξιολογήσει εκ νέου τα οικονομικά δεδομένα και θα αποφασίσει τη στάση του με την έκθεση βιωσιμότητας DSA του ελληνικού χρέους.

 

Το ενδιαφέρον πείραμα του Μακρόν

Μια νέα έννοια έχει προκύψει στην πολιτική επιστήμη τις τελευταίες δεκαετίες: το catch-all κόμμα ή το κόμμα που προσελκύει ψηφοφόρους από όλες τις πλευρές - πέρα από τις κοινωνικές τάξεις και πέρα από την κλασική διάκριση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς.

Πιο συγκεκριμένα, αυτό το είδος του κόμματος μπορεί να οριστεί από την ικανότητά του να προσελκύει άτομα που έχουν εντελώς διαφορετικές απόψεις, ψηφοφόροι που προέρχονται από διαφορετικές ιδεολογίες, από την αριστερά όσο και από τη δεξιά.

Η επιστημονική καταγραφή αυτού του είδους κόμματος διατυπώθηκε από τον κοινωνικό επιστήμονα Otto Kirchheimer[4] και σύμφωνα με τον ίδιο πρόκειται για ένα  μη γραφειοκρατικό κόμμα με περιορισμένη οργανωμένη δομή, αλλά που χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό της εξουσίας στα χέρια του αρχηγού και στο άμεσο περιβάλλον του.

Σήμερα είμαστε μάρτυρες της γέννησης ενός κινήματος "catch-all": το κόμμα του Γάλλου υποψήφιου Προέδρου Ε. Macron,  «En Marche» (Εμπρός). Ακόμη και τα αρχικά του κινήματος (ΕΜ) ταιριάζουν με αυτά του ίδιου του αρχηγού EM EM .

Το εκλογικό σώμα αυτής του catch-all κίνηματος / υποψήφιου, που έχει σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις αρκετές πιθανότητες να είναι ο επόμενος Πρόεδρος της γαλλικής Δημοκρατίας, φαίνεται να έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα και να πηγαίνει πέρα από αυτό που παραδοσιακά ορίζαμε ως αριστερά εναντίον δεξιάς, δημιουργώντας ένα μείγμα φιλελεύθερων, σοσιαλιστών, κεντρώων, οικολόγων κλπ.

Είναι ακόμα νωρίς να συμπεράνουμε αν το κίνημα του Ε. Μακρόν θα είναι μπορέσει να αλλάξει το πολιτικό μοτίβο ή απλώς είναι συγκυριακό φαινόμενο. Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι οι νέες συνθήκες άσκησης πολιτικής, οδηγούν από την ιδεολογικοποίηση της πολιτικής στον πολιτικό πραγματισμό.

 

ΗΠΑ – ΕΕ σε νέο σκηνικό

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο πιο σημαντικός εμπορικός και επενδυτικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει, μέχρι τώρα, με την υποστήριξη ενός πολυμερούς συστήματος εμπορίου και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, παράσχει εγγύηση ασφάλειας για τις χώρες της ΕΕ. Όμως, η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ φαίνεται τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων, να προτιμά την αντικατάσταση της πολυμέρειας με διμερείς συμφωνίες, στον τομέα του εμπορίου, με στόχο να εξασφαλίσει νέες εμπορικές συμφωνίες, προκειμένου να μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ και να προστατευθεί  ιδίως, ο μεταποιητικός τομέας των ΗΠΑ.

Η ΕΕ είναι μια ανοικτή οικονομία και έχει ωφεληθεί από το πολυμερές σύστημα εμπορίου. Αν οι ΗΠΑ αλλάξει στάση η ΕΕ πρέπει να απαντήσει με μια στρατηγική δύο καταρχάς σημείων:

1) Συνεργασία με τους εταίρους σε όλο τον κόσμο για την υπεράσπιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που θα κλονιστεί από τις μονομερείς ενέργειες του Ντ. Τράμπ.

2) Καθιέρωση βαθύτερων οικονομικών σχέσεων με την Κίνα και με άλλους εταίρους της ΝΑ Ασίας.  Ειδικότερα, η ΕΕ θα πρέπει να επιταχύνει τις συζητήσεις σχετικά με τη διμερή συνθήκη Επενδύσεων με την Κίνα με παράλληλη διασφάλιση των συμφερόντων της.

 

Το ΔΙΚΤΥΟ σε ειδικό σημείωμα, εξηγεί το νέο πλαίσιο των ευρωατλαντικών σχέσεων, μετά και τη σημαντική διεθνή διάσκεψη για την Ασφάλεια στο Μόναχο.

 Γιάννης Μαστρογεωργίου, Διευθυντής Δικτύου

Γιώργος Παπούλιας, Πολιτικός Επιστήμονας - Συνεργάτης Δίκτύου