Log in

Δελτίο Πολιτικής Ανάλυσης κι Εκτίμησης (αρ. 38)

Η δύσκολη νέα περίοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το πρόβλημα αξιοπιστίας της Ελλάδος και η δυσπιστία των Θεσμών, η επιλογή Σούλτς για υποψήφιος είναι τα βασικά θέματα του νέου Δελτίου του ΔΙΚΤΥΟΥ.

 

Τουρκική προκλητικότητα στο έπακρο

Στο παρελθόν η δημοσιογραφική αργκό, συνήθιζε να βαφτίζει κάθε περιστατικό στο Αιγαίο ως «προκλητική» ενέργεια. Αυτό, όμως, που έγινε την Κυριακή 29 Ιανουαρίου στα Ίμια εκ μέρους της Τουρκίας είναι ο ορισμός της προκλητικής ενέργειας από το ανώτατο μάλιστα στρατιωτικό επίπεδο της.

Είναι σαφές, ότι η απόφαση της δικαιοσύνης να μην επιτραπεί η έκδοση των 8 στην Τουρκία, αλλά και οι απρόσεκτες δηλώσεις του Υφυπουργού Ναυτιλίας περί σχεδίου εποικισμού και κατοίκησης βραχονησίδων, έδωσαν την αφορμή στην Τουρκία να ξεκινήσει μία νέα περίοδο όξυνσης. Προφανώς και προς αποφυγήν παρεξήγησης η ελληνική δικαιοσύνη έπραξε σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν και η ελληνική κυβέρνηση διαθέτει το αναφαίρετο δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει στα ελληνικά νησιά, αλλά καλό είναι αυτά να γίνονται και όχι να διατυμπανίζονται προπαγανδιστικά. Άλλωστε, και παραμονές της κρίσης των Ιμίων αντίστοιχα σχέδια από τα Υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Αιγαίου είχαν εκπονηθεί χωρίς όμως αποτέλεσμα ουσιαστικό.

Το πρόβλημα αποκτά νέες διαστάσεις καθώς η παραδοσιακή αμερικανική διαμεσολάβηση με τον Τράμπ δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου δεδομένη. Είναι πολύ πιθανό σε μία ενδεχόμενη κρίση ή θερμό επεισόδιο ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ να μην προβεί στις ενέργειες των προκατόχων του σε αντίστοιχες περιπτώσεις όξυνσης των σχέσεων των δύο χωρών. Ως εκ τούτου η Ελληνική Κυβέρνηση διαθέτει και πρέπει να αξιοποιήσει το μόνο σταθερό φόρουμ και πεδίο άσκησης διπλωματικών πιέσεων που διαθέτει, την ΕΕ.

Τέλος, η κλιμακούμενη ένταση είναι πολύ πιθανό να έχει συνέπειες και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Σε περιόδους κρίσης οι Κυβερνήσεις συσπειρώνονται και συσπειρώνουν την κοινή γνώμη. Στην παρούσα φάση η κυβερνητική αστάθεια μπορεί να μετατραπεί σε πρόσκαιρη σταθερότητα. Με δεδομένη την προεκλογική μεταβατική περίοδο σε μεγάλες χώρες της ΕΕ, η ελληνική Κυβέρνηση μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιήσει την εξωτερική απειλή ως στοιχείο διαπραγμάτευσης αποκομίζοντας πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.

 

Στρατηγική εβδομάδας από την Κυβέρνηση

Είναι ίσως η μοναδική φορά στη μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία και σίγουρα στα χρόνια της κρίσης, που μία Κυβέρνηση έχει ορίζοντα τακτικών κινήσεων που δεν ξεπερνά την εβδομάδα! Η στρατηγική είναι προφανώς η παγίωση μίας δυναμικής είτε σε ρόλο Κυβέρνησης είτε αντιπολίτευσης, αλλά ο ορίζοντας κινήσεων και δράσεων δεν ξεπερνά τις λίγες μέρες. Αυτός είναι και ο λόγος που ο δημόσιος διάλογος και οι εκτιμήσεις αναλυτών δεν μπορούν να διακρίνουν τις προθέσεις του κυβερνώντος κόμματος.

Η κυβερνητική αυτή τακτική έχεις ως άμεση συνέπεια την απομείωση του κεφαλαίου αξιοπιστίας της χώρας, καθώς όταν η τακτική αλλάζει τακτικά, τότε και οι εταίροι διστάζουν και κρατούν επιφυλακτική στάση.  Η αβεβαιότητα, λοιπόν και η έλλειψη εμπιστοσύνης δεν είναι ό,τι το καλύτερο για την ελληνική οικονομία. Στο σημείο αυτό η κυβέρνηση έχει τρεις επιλογές.

Πρώτον, να διαπραγματευθεί για λίγο καιρό ακόμη προσπαθώντας να αποκομίσει έστω και κάτι και κατόπιν να νομοθετήσει τα μέτρα λιτότητας, δίνοντας έμφαση στα πιθανά θετικά ανταλλάγματα, όπως η ποσοτική χαλάρωση.

Δεύτερον, να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές.

Τρίτον, να αποφασίσει η Κυβέρνηση να επεκτείνει τη διαπραγμάτευση όσο το δυνατόν περισσότερο με αβέβαιες, όμως, προεκτάσεις και συνέπειες.

Κατά την εκτίμηση μας το ενδεχόμενο ενός δημοψηφίσματος δεν έχει πολλές ελπίδες, καθώς είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα περισσότερα κόμματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, θα επιλέξουν την ενεργητική αποχή ακυρώνοντας το. Κατά την εκτίμηση μας πιο πιθανό είναι το πρώτο σενάριο της σύντομης ελεγχόμενης έντασης, δηλαδή, που συνδυάζει δήθεν διαπραγμάτευση με σαφή προσανατολισμό διατήρησης της εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση κρίσιμο για το αν θα επιστρέψουν οι Θεσμοί στην Αθήνα, θα είναι το Euro Working Group της 9ης Φεβρουαρίου.

 

Η σοσιαλδημοκρατία θέλει όραμα στη νέα εποχή

Ανακοινώνοντας την παραίτησή του ο κ. Gabriel είπε ότι πίστευει ότι το SPD μπορεί να επιτύχει ένα καλύτερο αποτέλεσμα σε ομοσπονδιακές εκλογές του τρέχοντος έτους με τον κ Schulz επικεφαλής. Ο κ. Gabriel δεν ήταν προσωπικά πολύ δημοφιλής με αρκετά ΜΜΕ να τον έχουν βαφτίσει «ο κύριος Ζικ Ζακ» για την μεταστροφή της πολιτικής του.

Η ανάληψη ηγετικού ρόλου από τον κ. Schulz, έχει δύο πλεονεκτήματα για το SPD. Πρώτον, ο ίδιος φαίνεται να είναι πολύ πιο δημοφιλής μεταξύ σημαντικών στρωμάτων του γερμανικού εκλογικού σώματος από ό, τι ο Gabriel. Δεύτερον, έχει το προφίλ και την εικόνα σταρ που τον καθιστά ικανό υποψήφιο για να αντιπαρατεθεί επί ίσοις όροις με την κα Μέρκελ στις εκλογές. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι ο κ. Schulz θα κερδίζε 38% σε μια υποθετική ψηφοφορία για την καγκελαρία μόνο μία μονάδα λιγότερο από την κα Μέρκελ. Αν η υπεραπόδοση αυτή θα μπορούσε εν μέρει να οφείλεται στο ότι οι Γερμανοί ψηφοφόροι είναι λιγότερο εξοικειωμένοι με τον κ. Schulz.

Παρά το γεγονός ότι ο κ. Schulz θα ανεβάσει τις δυνάμεις SPD, δεν θα αλλάξει τις τύχες του κόμματος δραστικά. Το προβάδισμα του CDU / CSU στην δημοσκοπήσεις είναι τεράστιο και οι επιλογές του κ. Schulz να αυξήσει τους ψηφοφόρους του SPD είναι περιορισμένες.

Όπως και με πολλά άλλα κεντροαριστερά κόμματα σε όλη την Ευρώπη, το SPD φαίνεται να έχει χάσει ψηφοφόρους και προς τη σκληρή δεξιά, σε αυτή την περίπτωση η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AFD). Βρίσκοντας ένα μήνυμα που να αντηχεί σε αυτούς τους ψηφοφόρους και να τους φέρει πίσω στο SPD θα είναι μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση…

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία όπως υπογραμμίσαμε και σε προηγούμενο μας Δελτίο , χρειάζεται σύγχρονες απαντήσεις στα διαχρονικά προβλήματα της παραγωγής και αναδιανομής του πλούτου σε συνθήκες πολυπολιτισμικότητας και παγκοσμιοποίησης. Όσο αυτά τα ζητούμενα δεν βρίσκουν απαντήσεις του 21ου αιώνα, αλλά του 20ου, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα βαδίζει μέσα σε λαβύρινθο με πρόσκαιρες συναισθηματικές εξάρσεις επιστροφής σε ένα αριστερό παρελθόν που έχει παρέλθει (Κορμπιν, Αμόν, κλπ).

 

Ευρωομόλογα…; 

Την περασμένη εβδομάδα η Κομισιόν ανακοίνωσε ότι ετοιμάζεται να παρουσιάσει ένα νέο σχέδιο – νέο χρηματοοικονομικό εργαλείο που το ονομάζει «ευρωπαϊκά ασφαλή ομόλογα» με στόχο να περιοριστεί ο κίνδυνος κρατικών χρεοκοπιών. Πρόκειται για μία πρόταση που ουσιαστικά βάζει τα κοινά ευρωομόλογα από την πίσω πόρτα.

Η συζήτηση για τα ευρωομόλογα πάει πίσω στις αρχές της κρίσης. Τότε ήταν πανταχόθεν απορριπτέα, κατόπιν κάποιοι φορείς πχ Κομισιόν έγιναν διαλλακτικότεροι. Μόνος σχεδόν σταθερός αρνητής είναι η Γερμανία.

Όλοι όμως πρέπει να αποφασίσουν ότι στο σημείο που έχει φτάσει η ευρωπαϊκή κρίση και με δεδομένη τη στάση Τράμπ, πρέπει να βάλουν νερό στο κρασί τους όπως έχει γίνει κατά κόρον σε άλλους δείκτες και «θέσφατα» της ΟΝΕ, όπως το έλλειμμα.

Όπως, φαίνεται και στον πίνακα[1], ακόμα και ύστερα από μια μεγάλης κλίμακας δημοσιονομική ασφυξία, τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν σχεδόν στο σύνολο τους, ξεφύγει του ορίου του ελλείμματος από τη στιγμή που αυτό εισήχθη! Μόνο 7 κράτη έχουν παραβιάσει τον κανόνα λιγότερο από το 25 % του χρόνου ύπαρξης του ορίου 3%, και μόνο 5 λιγότερο από το 10 % του χρόνου ζωής του ορίου.

Μπορεί το ευρωομόλογο να είναι η λύση;

Καταρχάς, ως ευρωομόλογο εννοούμε την έκδοση ομολόγων από έναν Ευρωπαϊκό φορέα, με την εγγύηση είτε των χωρών μελών του ευρώ είτε με εγγύηση πχ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων . Το ζήτημα είναι ποιός σε τελική ανάλυση εγγυάται τα χρέη του παραλήπτη του δανείου. Επιπροσθέτως, αυτό σημαίνει πως η ΕΚΤ γίνεται FED ή τράπεζα της Αγγλίας και αναλαμβάνει τη διαχείριση, κάλυψη και έκδοση του χρέους της Ευρωζώνης. Δηλαδή, πλήρης ομοσπονδιοποίηση της δημοσιονομικής και αναπτυξιακής διάστασης της Ευρωζώνης, κατά το παράδειγμα των ΗΠΑ. Αυτό βεβαίως απαιτεί αλλαγή της Συνθήκης. Εκτός του ότι κάτι τέτοιο πολιτικά είναι αδύνατον στην παρούσα πολιτική περίοδο, θα σκόνταφτε πιθανόν και σε σειρά αρνητικών δημοψηφισμάτων, καθυστερώντας για πολλά χρόνια τις όποιες αλλαγές.  

Λύση πανάκεια δεν υπάρχει. Όλες οι λύσεις έχουν κόστος. Η θα προχωρήσουμε σε έκδοση ευρωομολόγου που μπορεί να σημάνει μόνιμη συλλογική δημοσιονομική εποπτεία για τις χώρες που θα το χρησιμοποιήσουν. Η θα εκλάβουμε την έκδοση ως μία μορφή περαιτέρω εμβάθυνσης και ολοκλήρωσης. 

Γιάννης Μαστρογεωργίου, Διευθυντής Δικτύου

Γιώργος Παπούλιας, Πολιτικός Επιστήμονας - Συνεργάτης Δίκτύου